Fairy Tales for a Fairer World

CONTES DE FÉES POUR UN MONDE MEILLEUR - CUENTOS DE HADAS PARA UN MUNDO MÁS JUSTO - 讲述童话故事 创造一个 更公平的世界 - كان يا ما كان في أفضل الأزمان - СКАЗКИ ДЛЯ ЛУЧШЕГО МИРА - ΠΑΙΔΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΔΙΚΑΙΟΤΕΡΟ ΚΟΣΜΟ - BAŚNIE I DZIWY BY ŚWIAT BYŁ SPRAWIEDLIWY

In the Storybook, classic characters take on new adventures in the setting of traditional fairy tales from around the world, whilehighlighting issues such as climate change, epidemics, displacement, and inequality


Chap-1_Old_Town.png

Mια φορά κι έναν καιρό, σε μια μικρή πόλη γνωστή για τις σοκολάτες της, ζούσε μια ξεχωριστή οικογένεια. Στην οικογένεια αυτή δεν είχαν όλοι την ίδια, αλλά ήταν ξεχωριστή γιατί τα μέλη της είχαν κοινό κάτι άλλο. Είχαν υπάρξει κάποτε ήρωες και ηρωίδες που επέζησαν από τα δόντια του λύκου, τα ξόρκια της μάγισσας ή τη δύναμη των γιγάντων, κι όμως, κατέληξαν τελικά να ζήσουν αυτοί καλά… πράγμα που σήμαινε ότι ζούσαν όλοι μαζί στο Παλιό Σπίτι, έναν σπίτι για ηλικιωμένους.

Το σπίτι τους βρισκόταν στην Παλιά Πόλη, στην άκρη μιας μεγάλης λίμνης, περιτριγυρισμένης από βουνά. Ήταν ένα πανέμορφο και ειρηνικό μέρος. Δεν υπήρχαν εκπλήξεις. Η ζωή τους ήταν το τέλειο τέλος που υπάρχει μόνο στα παραμύθια. Ώσπου μια μέρα, ένα έκτακτο δελτίο ειδήσεων ανακοίνωσε ότι ο λύκος είχε διώξει και κυνηγήσει ξανά τα τρία γουρουνάκια από τα σπίτια τους, κι εκείνα έτρεμαν για τη ζωή τους. Αυτή ήταν η αρχή μιας καινούργιας σειράς ιστοριών σε έναν κόσμο που είχε αλλάξει.

Η Ρουμπίνη πέταξε κάτω το μισοτελειωμένο της σάντουιτς και είπε σε όλους τους παλιούς της φίλους: «Αρκετά!» Δεν αναφερόταν στο μεσημεριανό της.

Η Ρουμπίνη ήταν η πιο λεπτή, η πιο γυμνασμένη και πιο νέα από όλους τους φίλους της. Ήταν πιο γνωστή με το όνομα Κυρά-Κοκκινοσκουφίτσα, αλλά από τότε που είχε πλύνει το αγαπημένο της και μοναδικό κόκκινο σκουφάκι μαζί με μια φωσφοριζέ πορτοκαλί φούστα, το σκουφάκι της άλλαξε χρώμα από κόκκινο σε ρουμπινί. Οι φίλοι της την πείραζαν λέγοντάς της ότι θα έπρεπε να ξέρει, και έτσι προέκυψε το καινούργιο της όνομα: Κυρά-Ρουμπινοσκουφίτσα ή για συντομία, Ρουμπίνη.

«Δεν αντέχω να ακούσω ακόμα μία δυσάρεστη είδηση» είπε η Ρουμπίνη. «Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται απλώς, γίνεται  χειρότερη. Ο λύκος συνεχίζει να στοιχειώνει τη ζωή των γουρουνιών. Διασχίζει και το δάσος για να φάει όλες τις γιαγιούλες μας! Πρέπει να σταματήσουμε τον λύκο μια για πάντα. Πρέπει να τον πιάσουμε! Ποιος είναι μαζί μου;»

Το Σοφό Γουρουνάκι πετάχτηκε όρθιο. «Είμαι μαζί σου!» Ήταν το πιο σοφό και το πιο αισιόδοξο από τα τρία γέρικα γουρουνάκια. Έβρισκε πάντοτε μια λύση σε κάθε πρόβλημα. Τα άλλα δύο γέρικα γουρουνάκια, το Γκρινιάρικο Γουρουνάκι 1 και το Γκρινιάρικο Γουρουνάκι 2 ήταν δίδυμα και είχαν ταλέντο στο να ανακαλύπτουν προβλήματα εκεί όπου υπήρχαν μεγάλες ιδέες και τα όνειρα. 

Όταν μίλησε με γενναιότητα το Σοφό Γουρουνάκι, η Μπάμπα Γιάγκα σταμάτησε αμέσως να τρώει τα μπουτάκια από κοτόπουλο με τα σιδερένια δόντια της. Η Μπάμπα Γιάγκα ήταν η αδυναμία του Σοφού Γουρουνιού. Νοιάζονταν ο ένας για τον άλλο και είχαν μια σχέση πολύ στενή και αγαπημένη. Όταν εκείνος μιλούσε, εκείνη άκουγε. Η Μπάμπα Γιάγκα είχε γνωρίσει το Σοφό Γουρουνάκι στο δάσος εκεί που ζούσαν και οι δύο πριν από χρόνια. Ανέπτυξαν μια δυνατή φιλία και όσο περισσότερο χρόνο περνούσαν μαζί, τόσο πιο σοφή και καλή γινόταν κι εκείνη. Όταν η Μπάμπα Γιάγκα άφησε το σπιτάκι της στο δάσος για να ξεκινήσει μια καινούργια ζωή, πήρε μόνο τα ποδαράκια κότας πάνω στα οποία στεκόταν το καλύβι της και τα φύλαξε κάτω από κρεβάτι της.

Ch_1_Box_1.png

 Η Χιονάτη, που με τα χρόνια είχε χάσει την όρασή της, απάντησε: «Δίκιο έχεις, Ρουμπίνη. Μόλις διάβασα ένα άρθρο σχετικά με το μαγικό λυχνάρι που αναστήθηκε…» Έδειξε την εφημερίδα που κρατούσε. Κανείς δεν καταλάβαινε τι έδειχνε, επειδή ήταν γραμμένη σε σύστημα Μπράιγ, αλλά ήξεραν για ποιο πράγμα μιλούσε.

«Είναι εξωφρενικό!» είπε η Τοσοδούλα που καθόταν στον ώμο της Χιονάτης.

Η Ρουμπίνη προχώρησε ανάλαφρα γύρω από το τραπέζι, προς τον Χάνσελ και την Γκρέτελ. «Θέλετε να σταματήσετε τη μάγισσα που προσπάθησε να σας παχύνει για να σας φάει;» Ο Χάνσελ γούρλωσε τα μάτια όταν το θυμήθηκε. Η Ρουμπίνη κοίταξε τον Τζακ, που καθόταν απέναντί τους. «Θέλεις η ζωή των δισέγγονών σου και των δισέγγονων των δισέγγονών σου να απειλείται για πάντα από τον γίγαντα στην κορυφή της φασολιάς;»

Η Μικρή Γοργόνα βρισκόταν στη φουσκωτή λιμνούλα, ακριβώς δίπλα στη βεράντα. Η Ρουμπίνη της είπε, «Πόσο διαφορετική θα ήταν η ζωή σου χωρίς τη Μάγισσα της Θάλασσας που θα σου έδινε πόδια μόνο με αντάλλαγμα τη φωνή σου;» Ήταν περισσότερο μία δήλωση παρά μία ερώτηση.

Η Ρουμπίνη πλησίασε την Ραπουνζέλ που καθόταν στην κουνιστή πολυθρόνα της, και ακούμπησε το χέρι της στον ώμο της. «Κι εσύ, αγαπημένη μου Ραπουνζέλ. Τα χρόνια που σου έκλεψε η κακιά μάγισσα, που σε κρατούσε κλειδωμένη σ’ εκείνο τον φρικτό πύργο, απομονωμένη από τον κόσμο».

Η Ραπουνζέλ κοίταξε την Ρουμπίνη ξαφνιασμένη. «Ποια μάγισσα; Ποιος πύργος;» Ξεχνούσε όλο και περισσότερο.

Το Σοφό Γουρουνάκι συνέχισε, «Από μας εξαρτάται αν θα συνεχιστεί αυτό ή όχι. Ποιος θέλει να σταματήσει την επανάληψη της ιστορίας; Ποιος θέλει να βγει εκεί έξω και να αλλάξει τα πράγματα;»

Η Μικρή Γοργόνα είπε, «Θα ερχόμουν μαζί σου, Γουρουνάκι. Αν μπορούσα» και τίναξε την ουρά της στο νερό υπενθυμίζοντας στους φίλους της πως, επειδή ήταν φτιαγμένη για να κολυμπάει, δεν μπορούσε να περπατήσει στη στεριά.

Ο Χάνσελ σηκώθηκε όρθιος. «Δεν έχει νόημα. Είμαστε όλοι πολύ γέροι» και βγήκε από το δωμάτιο, σέρνοντας τον καθετήρα του και τις διάφορες άλλες ιατρικέςσυσκευές του. Η Γκρέτελ που έκανε πάντα το ίδιο με τον αδερφό της, τον ακολούθησε έξω από το δωμάτιο. Από τον διάδρομο, ο Χάνσελ φώναξε, «Εκτός αυτού, τι κάνεις με έναν αιχμάλωτο λύκο; Αυτό δεν είναι λύση για τα πάντα…»

«Σωστά. Δε θα πιάσουμε απλώς τον λύκο. Θα χτίσουμε πιο γερά σπίτια για τα γουρουνάκια στην Γουρουνούπολη. Θα μάθουμε στη γιαγιά της Κοκκινοσκουφίτσας πώς να παραμείνει γερή και υγιής. Θα σταματήσουμε μία για πάντα την επανάληψη των κακών σημείων της ιστορίας!»

Ο Προβοσκίδας ο Ελέφαντας ήταν στριμωγμένος ανάμεσα στα δύο Γκρινιάρικα Γουρουνάκια. Κουνήθηκε πέρα δώθε προσπαθώντας να βγει από το τραπέζι, αλλά είχε κολλήσει. «Εγώ ποτέ δεν είχα κακό λύκο στην παιδική μου ηλικία. Στη ζούγκλα, το πρόβλημα ήμουν εγώ. Ήμουν τόσο ανάποδος που δεν ήθελα να μοιράζομαι το νερό με όσους ήταν διαφορετικοί. Δεν ήταν δίκαιο. Πέρασα στις επόμενες γενιές το κακό αυτό στοιχείο του χαρακτήρα και δεν θέλω να επαναληφθεί. Θέλω οι επόμενοι ελέφαντες να συμπεριφέρονται στους άλλους ισότιμα». Ο Προβοσκίδας ύψωσε τότε την προβοσκίδα του στον αέρα. «Λοιπόν Ρουμπίνη, για αυτό λοιπόν θα ρθω μαζί σου» είπε, μασουλώντας χορτάρια. Το Γκρινιάρικο Γουρουνάκι 1 στράφηκε στον Προβοσκίδα και είπε απότομα, «Σταμάτα να μασουλάς τόσο δυνατά!»

Η Βασίλισσα Μπαμπού, που ήταν η εξυπνότερη όλων, είπε, «Ούτε κι εγώ είχα κακό λύκο στην πατρίδα μου. Δεν υπήρχε ούτε κακιά μάγισσα ούτε γίγαντας. Ήμουν απλώς ένα κορίτσι που γεννήθηκε από τον κορμό ενός μπαμπού και όπως το όριζε η παράδοση, έπρεπε ή να παντρευτώ από προξενιό ή να απογοητεύσω την οικογένειά μου. Επαναστάτησα και πάλεψα για να σπουδάσω και ως αποτέλεσμα η οικογένειά μου με απέρριψε. Από τότε που με απέρριψαν πολλά μωρά μπαμπού ακολούθησαν τον πιο εύκολο δρόμο - παντρεύτηκαν σύμφωνα με τις οδηγίες του πατέρα τους. Δεν αντέχω να δω άλλα κορίτσια να παντρεύονται με το ζόρι. Θα έρθω μαζί σου, Ρουμπίνη».

«Κι εγώ το ίδιο», είπε ο Κουέλιν. Όλοι γνώριζαν πως η ιστορία του Κουέλιν ήταν τραγική. Έχασε τη μικρότερη αδελφή του από έναν μάγο, τον Μπρούχο. Η αδελφή του ήταν ένα από τα πολλά κορίτσια που τα πήραν από τις οικογένειές τους. Οι άλλοι κατάλαβαν  ότι το ταξίδι τους έγινε δυσκολότερο, επειδή θα έπρεπε να πάνε όλοι μαζί με τον Κουέλιν στο Νησί Μπρούχο όπου πολλοί είχαν προσπαθήσει να σώσουν τα κλεμμένα τους παιδιά, αλλά δεν είχαν επιστρέψει ποτέ.

Τα δυο Γκρινιάρικα Γουρουνάκια αναστέναξαν βαριά.«Δεν καταλαβαίνω πώς τρία γέρικα γουρούνια μπορούν να πιάσουν έναν ευκίνητο νεαρό λύκο, αλλά εσύ, Σοφό Γουρουνάκι, έχεις αποδείξει ότι παίρνεις καλύτερες αποφάσεις από μας, οπότε θα έρθουμε κι εμείς».

Ο γέρος Αλαντίν φαινόταν γεμάτος ελπίδα και έτοιμος για κάτι καινούργιο. «Κι εγώ μέσα!»

«Μα δεν γίνεται! Όχι με τα πνευμόνια που έχεις», είπε η Ρουμπίνη. «Θα πάρω τη φιάλη οξυγόνου μαζί μου», είπε ο γέρο-Ντιν.

Η Πριγκίπισσα με το μπιζέλι μπορεί να γνώριζε πώς είναι ένα άνετο κρεβάτι, αλλά δεν γνώριζε σχεδόν τίποτα άλλο. «Γέρο-Ντιν μου», είπε, «δεν μπορεί σοβαρά να πιστεύεις πως το λυχνάρι αναστήθηκε! Το κατέστρεψες. Το πέταξες πίσω στην τρύπα που το βρήκες. Τελείωσε. Το λυχνάρι έχει πεθάνει».

Ο Αλαντίν, χωρίς να διστάσει, είπε, «Μην είσαι και τόσο σίγουρη. Κάποιοι πιστεύουν πως ο νεαρός Αλαντίν σκοπεύει να καταστρέψει ολόκληρο το έθνος του με το τζίνι του λυχναριού υπό τις διαταγές του. Δεν θα ήταν δυνατόν αυτό χωρίς το λυχνάρι και το τζίνι!»

«Και αν είναι έτσι, πώς ακριβώς σχεδιάζει να τους σκοτώσει όλους; Τα λυχνάρια δεν σκοτώνουν ανθρώπους», είπε με βεβαιότητα η Πριγκίπισσα με το μπιζέλι.

«Όχι απαραιτήτως σκοτώνοντας ανθρώπους, αλλά αφαιρώντας τους πράγματα που είναι σημαντικά για να ζήσουν» είπε η Βασίλισσα Μπαμπού που συνέχισε απαγγέλοντας ένα από τα πολλά βιβλία που είχε διαβάσει, «Η ζωή θα σταματήσει να υπάρχει όταν θα εξαφανιστεί κάθε ανθρώπινη ανάγκη».

«Όπως…;» Πριγκίπισσα με το μπιζέλι δεν μπορούσε να παρακολουθήσει τη συζήτηση.

«Μα, αφαιρώντας την τροφή, το νερό, τη στέγη, την εκπαίδευση, τα χρήματα, την ελπίδα… οτιδήποτε χρειαζόμαστε για να ζούμε καλά».

Η Τοσοδούλα πρόσθεσε σ’ αυτά που έλεγε ο Γέρο-Ντιν: «Έχουμε επίσης ακούσει ότι ο  πρίγκιπας Αλαντίν έχει την λαχτάρα να γίνει ο πλουσιότερος του κόσμου. Αγόρασε μεγαλύτερο παλάτι για τον εαυτό του. Ένα παλάτι γνωστό για το ύψος του και την ομορφιά του. Έχει αγοράσει νησιά, αεροπλάνα, εθνικούς δρυμούς, ακόμα και ένα λιοντάρι για κατοικίδιο! Αυτό σίγουρα γίνεται μόνο με τη δύναμη του λυχναριού».

Ο Γέρο-Ντιν πρόσθεσε: «Το λυχνάρι είναι ένα εργαλείο με δύναμη και μπορεί να χρησιμοποιηθεί  για καλό ή για κακό. Οι ευχές του πρίγκιπα Αλαντίν είναι εγωιστικές, κοντόφθαλμες και καταστροφικές. Γι’ αυτό λοιπόν, Μπιζέλι, πρέπει να επιστρέψω».

«Τι περιμένετε όλοι σας;» είπε η Μικρή Γοργόνα.

«Σωστά. Πρέπει να επιστρέψουμε. Ας το κάνουμε μαζί!» είπε το Σοφό Γουρουνάκι, ενθαρρύνοντάς τους όλους.

Ch_1_Box_3.png

Όλο το ανέγγιχτο ζελέ και το παγωτό είχαν λειώσει και τα είχαν μαζέψει από το τραπέζι. Η Ρουμπίνη, ο Προβοσκίδας, η Βασίλισσα Μπαμπού, ο Κουέλιν, ο Γέρο-Ντιν και τα Τρία Γέρικα Γουρουνάκια σχεδίασαν το ταξίδι τους. Σε μια άκρη, η Ραπουνζέλ έδωσε σιωπηλά ένα συναισθηματικό δώρο στη Ρουμπίνη, για την περιπέτειά τους. Η Ρουμπίνη συγκινήθηκε από τη γενναιοδωρία της και έκρυψε το δώρο στο κόκκινο σκουφάκι της.

Το επόμενο πρωί ξημέρωσε και ο Μουσικός Κόκορας λάλησε. Στο Παλιό Σπίτι ακούστηκε το ίδιο, γνωστό εγερτήριο τραγούδι. Και ήταν η μοναδική ώρα της ημέρας που όσοι ήταν βαρήκοοι θεωρούνταν τυχεροί.

Οι βαλίτσες ετοιμάστηκαν. Χάρτες και μεγεθυντικοί φακοί μπήκαν στα μπροστινά τσεπάκια. Τα ηλεκτρικά σκούτερ φορτίστηκαν. (Πλαίσιο: Ηλεκτρικό σκούτερ, αειφόρες μεταφορές) και το ιπτάμενο μπαούλο του Γέρο-Ντιν καθαρίστηκε από τις αράχνες γύρω του. Ήταν έτοιμοι.

Με το μυαλό τους γεμάτο από τα Αντίο και τα Καλή Τύχη σαν φυλαχτά, οι οκτώ ηλικιωμένοι και γενναίοι φίλοι έφυγαν προς την ανατολή του ήλιου.

Πήγαιναν και πήγαιναν – ο Γέρο-Ντιν πετούσε και πετούσε – μέχρι που η Παλιά Πόλη μίκρυνε και η Γουρουνούπολη μεγάλωσε. Όταν έφτασαν έξω από τις πύλες της Γουρουνούπολης είδαν το δάσος της παιδικής τους ηλικίας τυλιγμένο στις φλόγες.