Fairy Tales for a Fairer World

CONTES DE FÉES POUR UN MONDE MEILLEUR - CUENTOS DE HADAS PARA UN MUNDO MÁS JUSTO - 讲述童话故事 创造一个 更公平的世界 - كان يا ما كان في أفضل الأزمان - СКАЗКИ ДЛЯ ЛУЧШЕГО МИРА - ΠΑΙΔΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΔΙΚΑΙΟΤΕΡΟ ΚΟΣΜΟ - BAŚNIE I DZIWY BY ŚWIAT BYŁ SPRAWIEDLIWY

In the Storybook, classic characters take on new adventures in the setting of traditional fairy tales from around the world, whilehighlighting issues such as climate change, epidemics, displacement, and inequality


Chap-3_Elephant_and_tortoise.png

Aπό τότε που το Ελεφαντάκι είπε στη Βροχή πως δεν την χρειάζεται, η Βροχή έφυγε. Χωρίς βροχή, όλη η έκταση, ως εκεί που έφτανε το μάτι, έγινε ξερή και άγονη. Τα φυτά μαραίνονταν. Οι λίμνες ξηραίνονταν. Στα εδάφη του Μικρού Ελέφαντα, παρέμενε μόνο ένας νερόλακκος που δεν είχε ξεραθεί. Τον κρατούσε για τον εαυτό του, και δεν τον μοιραζόταν με κανένα ζώο που ήταν διαφορετικό απ’ αυτόν.

Το Ελεφαντάκι έπρεπε να μετακινηθεί από τον νερόλακκο για να βρει τροφή, κι έτσι ζήτησε από τη Χελώνα να αναλάβει να προσέχει  το νερό, δίνοντας μόνο μία αυστηρή εντολή: «Κανένα άλλο ζώο δεν επιτρέπεται να πιει το νερό μου, ούτε καν εσύ!»

Η Χελώνα στεκόταν σε έναν βράχο όσο το φυλούσε. Το στήθος της είχε φουσκώσει σαν του βατράχου από περηφάνεια που αυτή ήταν υπεύθυνη για το νερό. Η Χελώνα είπε στα πουλιά στα δέντρα, «Όταν το Ελεφαντάκι με δει να κάνω το καθήκον μου, θα καταλάβει ότι δεν είμαι και τόσο διαφορετική απ’ αυτόν. Και τότε θα με ανταμείψει με νερό». Η Χελώνα δεν ήξερε ακόμη τι επρόκειτο να γίνει.

Λόγω της αφόρητης ζέστης, από την επιφάνεια της λίμνης άρχισε να βγαίνει ατμός. Και μέσα σε αυτό το στρώμα ομίχλης, εμφανίστηκε ένα κουνούπι. Ήταν ένα κουνούπι που μετέφερε ελονοσία. Το Κουνούπι αμφισβήτησε τη Χελώνα. «Ποια νομίζεις πως είσαι; Δεν είσαι εσύ ο θεός του νερού. Εγώ είμαι».

Η Χελώνα καθυστερούσε στα περισσότερα πράγματα. Καθυστέρησε να μιλήσει και καθυστέρησε να κλειστεί στο προστατευτικό καβούκι της όταν το κουνούπι κινήθηκε εναντίον της. Το κουνούπι που μετέφερε ελονοσία την τσίμπησε στο λαιμό. Η Χελώνα ένιωσε το τσίμπημα, τη φαγούρα και τη μόλυνση να διαπερνούν το μικρό της σώμα φέρνοντας κύματα πυρετού και κόπωσης. Τίποτα δεν μπορούσε να το πολεμήσει αυτό, κι έτσι μάζεψε τα άκρα της στο καβούκι τους ώσπου άφησε την τελευταία της πνοή.

Στο δέντρο πάνω από τη Χελώνα, το πουλάκι των αγαπημένων τραγουδιών δεν τραγουδούσε πια τα αγαπημένα τραγούδια.

Εν τω μεταξύ, το λιοντάρι, η καμηλοπάρδαλη, ο βούβαλος και πολλά άλλα ζώα από τις γύρω περιοχές που είχαν ξηρασία διέσχιζαν με δυσκολία μεγάλες αποστάσεις για να βρουν μια γουλιά νερό. Πλησίασαν το νερόλακκο του Ελέφαντα, θέλοντας πια απελπισμένα να πιουν και είδαν τη Χελώνα να κείτεται ανάποδα, νεκρή. Κατέληξαν στο συμπέρασμα πως η Χελώνα πρέπει να είχε ταξιδέψει τόσο πολύ για να φτάσει στο νερό που κατέρρευσε και πέθανε από δίψα και εξάντληση μόλις έφτασε. Στεναχωρέθηκαν βαθιά για την καημένη τη Χελώνα. Τότε, από τα σύννεφα, αυτά τα ζώα-νομάδες άκουσαν να έρχεται μια τσιριχτή φωνή.

«Κάντε πίσω. Δεν μπορείτε να πιείτε αυτό το νερό!»

Ch_3_Box_1.png

Αναρωτήθηκαν ποιος μιλούσε. Έκαναν ένα βήμα πιο κοντά.

«Σας είπα, κάντε πίσω!»

Τότε άκουσαν ένα ενοχλητικό, τσιριχτό βούισμα και ήξεραν ποιος μιλούσε. Τα διψασμένα ζώα τίναξαν τ’ αυτιά τους για να διώξουν το κουνούπι.

Ο Βόρειος Λευκός Ρινόκερος πλησίασε γενναία το νερό. «Δεσποινίς Κουνούπι, είμαστε όλοι πολύ διψασμένοι και κουρασμένοι, σας παρακαλώ, μοιραστείτε μαζί μας το νερό σας. Αλλά αν είναι πολύ αυτό που σας ζητώ, θα μου επιτρέψετε τουλάχιστον να πιω μια γουλιά;»

Η Δεσποινίς Κουνούπι αγνόησε τον Ρινόκερο, κι έτσι ο Ρινόκερος ρώτησε, «Δεσποινίς Κουνούπι, γιατί δεν μπορώ να πιω λίγο νερό; Φταίει το ότι είμαι λευκός;»

«Ναι», είπε το Κουνούπι.

Ο Ρινόκερος χαμήλωσε τον χοντρό λαιμό του και άρχισε να κλαίει. «Είμαστε ήδη τόσο λίγοι, εμείς οι Λευκοί Ρινόκεροι. Δεν μπορώ κι εγώ να γίνω ένας από αυτούς που δεν θα επιβιώσουν».

Screen Shot 2016-11-02 at 10.15.24 AM.png

Το Ροζ Φλαμίνγκο πλησίασε το Κουνούπι γεμάτο αυτοπεποίθηση, επιδεικνύοντας τα ροζ φτερά του.

«Τα Ροζ Φλαμίνγκο δεν επιτρέπεται να πιουν απ’ το νερό μου» είπε το Κουνούπι.

Ο Γαλάζιος Γερανός, που στεκόταν δίπλα στο Ροζ Φλαμίνγκο, έκανε ένα μεγάλο βήμα με τα μακριά, κοκαλιάρικα πόδια του, για να απομακρυνθεί από το Ροζ Φλαμίνγκο. Το Κουνούπι το παρατήρησε και είπε : «Το ίδιο ισχύει και για σένα, Γαλάζιε Γερανέ».

Τότε βγήκε μπροστά ο Βούβαλος. «Δεσποινίς Κουνούπι, γιατί δεν μπορώ και εγώ να πιω νερό;»

«Γιατί είσαι κορίτσι».

«Αυτό είναι τόσο άδικο!» κλαψούρισε ο Βούβαλος.

Ο Αγριόχοιρος βγήκε μπροστά με την αναπηρική καρέκλα του. Είχε χάσει και τα δυο του πόδια από μια νάρκη.

«Κανένας που δεν έχει πόδια», είπε το Κουνούπι πριν καν προλάβει ο Αγριόχοιρος να ρωτήσει.

«Μα…»

«Όχι!»

Ch_3_Box_2.png

Δύο αρσενικά λιοντάρια κρατιόντουσαν από  τις ουρές τους. Προχώρησαν μπροστά μαζί.

«Φύγετε από μπροστά μου. Δεν έχει νερό για σας» είπε η δεσποινίς Κουνούπι.

Η μαμά Γαζέλα έκανε ένα βήμα μπροστά, τινάζοντας το τρίχωμά της ώστε να φαίνεται όμορφη. Το Κουνούπι είπε: «Δεν ξέρω τι είναι αυτό που έχεις, αλλά βρωμάει. Δεν υπάρχει περίπτωση να πιεις από το νερό μου!»

Το Τζάγκουαρ, εξαντλημένο σωματικά από την απόσταση που είχε διανύσει για να βρει νερό, βγήκε μπροστά. Το Κουνούπι είδε το Τζάγκουαρ να πλησιάζει, «Δεν έχεις καμία θέση εδώ. Είσαι από τον Αμαζόνιο! Δεν είσαι καλοδεχούμενος». Κι έτσι το Τζάγκουαρ πήγε να ξαπλώσει στη σκιά, αναπνέοντας βαριά και αργά.

Το Ελεφαντάκι επέστρεψε και είδε τι γινόταν. Έγινε έξαλλος. Κουνώντας πέρα δώθε την μεγάλη προβοσκίδα του, ο Ελέφαντας είπε με θράσος σε όλα τα ζώα: «Κανείς δεν θα πιει από το νερό μου! Ούτε κι εσύ, Κουνούπι». Το γέλιο του Κουνουπιού αντηχούσε μέχρι που το μικρό πλάσμα βρέθηκε να κοιτάζεται στα μάτια με το Ελεφαντάκι. Απείλησε τη ζωή του Ελέφαντα, κοιτώντας κάτω, την Χελώνα με τα άκαμπτα πόδια της στον αέρα. Το Ελεφαντάκι κατάλαβε τώρα πως το μεγάλο του μέγεθος δεν του έδινε κάποιο πλεονέκτημα, κι έτσι είπε: «Πρέπει να ψηφίσουμε» κοιτάζοντας τριγύρω για να βρει κι άλλους που θα συμφωνούσαν.

«Δεν πρόκειται να γίνει ψηφοφορία!» διέταξε το Κουνούπι.

Χωρίς τα Τρία Γέρικα Γουρουνάκια, η παρέα των ηλικιωμένων ταξιδευτών μειώθηκε από οκτώ σε πέντε. Όλοι οι ηλικιωμένοι οδηγούσαν σε σκονισμένους δρόμους γεμάτους λακκούβες προς τον τελευταίο νερόλακκο, εκτός από τον Γέρο-Ντιν που ήταν σαν να ταξίδευε στην πρώτη θέση, καβάλα στο ιπτάμενο μπαούλο του. Η Βασίλισσα Μπαμπού φοβόταν πως η μασέλα της θα έφευγε από τη θέση της. Πάτησε το φρένο: «Δεν οδηγώ άλλο σ’ αυτές τις λακκούβες!»

Συμφώνησαν όλοι εκτός από τον Προβοσκίδα, που απολάμβανε το αεράκι που φυσούσε κάτω από τα ιδρωμένα του αυτιά. Για να μην δημιουργήσει εντάσεις στην παρέα, ο Προβοσκίδας πάρκαρε το σκούτερ του δίπλα σε αυτά των υπολοίπων. Ο Γέρο-Ντιν, που δυσκολευόταν να αναπνεύσει ακόμα και με τις καλύτερες συνθήκες, πήδηξε από το ιπτάμενο μπαούλο του με τη φιάλη οξυγόνου του στην πλάτη και κάθισε άνετα πάνω στον Προβοσκίδα. Όλοι τους περπάτησαν την υπόλοιπη διαδρομή μέσα από σκονισμένο δρόμο. Η ζέστη συνέχιζε να πέφτει επάνω τους, σαν ένα βαρύ και παχύ στρώμα.

Όσο προχωρούσαν, τόσο πιο δυνατές και καθαρές γίνονταν οι φωνές, ώσπου έφτασαν αρκετά κοντά ώστε να ακούν τις συζητήσεις. Έσκυψαν πίσω από τους ξερούς θάμνους και τα κλαριά για να επιθεωρήσουν την κατάσταση. Έσκυβαν χαμηλά, ισορροπώντας στα πλαστικά, προσθετικά τους γόνατα. Έμειναν άφωνοι από αυτό που γινόταν μπροστά τους. Είδαν πολλά ζώα γύρω από τον νερόλακκο, ανάμεσά τους και πολλά ξένα ζώα. Φαινόταν σαν το κουνούπι να έλεγχε την ομάδα. Ο Προβοσκίδας δεν θυμόταν, παλιά στις μέρες του ,να είχαν τον έλεγχο τα κουνούπια. Έξυσε το καραφλό κεφάλι του με την προβοσκίδα του. Παλαιότερα, το πρόβλημα ήταν ο ίδιος.

Εκείνος ήταν που έλεγε στα ζώα να βρουν δικό τους νερόλακκο όταν δεν  έβρεχε, αλλά τώρα έκανε κουμάντο ένα μοχθηρό κουνούπι. Τα άγρια ζώα στον νερόλακκο ήταν αφυδατωμένα και κινδύνευε η ζωή τους. Ο Γέρο-Ντιν σκούντησε τον Προβοσκίδα στα πλευρά και είπε: «Είσαι ο πιο μεγαλόσωμος εδώ! Κάνε κάτι!»

Ο Προβοσκίδας έτρεξε μπροστά. «Αρκετά!». Χρειάστηκε να σταματήσει για μια στιγμή και να βρει την ισορροπία του γιατί ζαλίστηκε από την απότομη κίνηση.

Το Κουνούπι και τα άλλα ζώα γύρισαν για να δουν ποιος είχε μιλήσει.

«Κάποιος σημαντικός είπε κάποτε πως θα έπρεπε να υπάρχουν ίσα δικαιώματα για όλους και κανένας να μην έχει ειδικά προνόμια». Ο Προβοσκίδας δεν είχε ιδέα σε ποιον αναφερόταν, αλλά αυτό δεν άλλαζε την αλήθεια του λόγου του. «Άφησε όλα τα ζώα να πιουν!»

Τα νεαρά, άγρια ζώα σήκωσαν τα κεφάλια τους με ελπίδα. Η Δεσποινίς Κουνούπι, που ένιωσε ότι κάποιος την προκαλούσε και δεν την σεβόταν, εξοργίστηκε που ο Προβοσκίδας μίλησε άφοβα και ελεύθερα, κι έτσι πέταξε γρήγορα με την μακριά, μολυσμένη με ελονοσία μύτη της προς το κέντρο του μεγάλου μετώπου του Προβοσκίδα. Το τσίμπημα ήταν αμέσως εμφανές. Έμοιαζε με πρησμένο κόκκινο σπυράκι. Ο Προβοσκίδας πήγε  κατευθείαν και στάθηκε δίπλα στους τρομαγμένους ηλικιωμένους. Στο τσίμπημα ξεκίνησε φαγούρα.

Η Ρουμπίνη ήταν έξαλλη. «Δεν είναι δυνατόν» φώναξε. Άρπαξε το άδειο βαζάκι του Γουρουνιού των Δέντρων και προσπάθησε να κλείσει με ταχύτητα το καπάκι με το κουνούπι μέσα.

«Το έπιασες;» τσίριξε ο Γέροντας.

Έσκυψαν για να κοιτάξουν καλύτερα.

«Όχι. Σου ξέφυγε», αναστέναξε η Βασίλισσα του Μπαμπού.

Δεν είχαν πιάσει το κουνούπι. Δεν είχαν πιάσει τον λύκο από τη Γουρουνούπολη. Αντ’ αυτού, ο καπνός πάνω από το νερό άρχισε να διαλύεται. Η ατμόσφαιρα φαινόταν ήρεμη και δεν φαινόταν να υπάρχει κάποιος κίνδυνος. Όλα τα νομαδικά ζώα προχώρησαν μπροστά για να πιουν νερό.

Δεν ήταν ακριβώς η ηρωική νίκη που είχαν ονειρευτεί, αλλά γιόρτασαν παρ’ όλα αυτά που μπορούσαν να έχουν πρόσβαση στο νερό και πάλι. Χόρεψαν, τραγούδησαν μαζί με το πουλάκι των αγαπημένων τραγουδιών, και έπιναν ελεύθερα. Όσο γιόρταζαν, ο Προβοσκίδας ξαφνικά κατέρρευσε στο έδαφος. Ίδρωνε υπερβολικά, ενώ έτρεμε φοβερά από το ρίγος. Οι μύες του πονούσαν. Ένιωθε ναυτία. Στριφογύριζε, σπαρταρούσε και φώναζε, τόσο άσχημα ένιωθε. Όλα τα ζώα μαζεύτηκαν γύρω του.

«Έχει Ζίκα!» φώναξε ο Βούβαλος.

«Όχι! Εμφανίζει συμπτώματα ελονοσίας. Πρέπει να του δώσουμε νερό για τον πυρετό και στη συνέχεια να βρούμε τον γιατρό της ερήμου».

«Υπάρχει γιατρός για την έρημο;» ρώτησε ο Γέρο-Ντιν.

«Εννοεί έναν μάγο, θεραπευτή γιατρό» είπε η Καμηλοπάρδαλη, «που θα χορέψει έναν θεραπευτικό χορό».

Αμέσως έτρεξαν όλοι στον νερόλακκο να μαζέψουν όσο περισσότερο νερό μπορούσαν για τον Προβοσκίδα. Το Ελεφαντάκι μάζεψε στην προβοσκίδα του όσο περισσότερο νερό μπορούσε. Η Ρουμπίνη μάζεψε νερό στο άδειο βαζάκι του Γουρουνιού των Δέντρων. Οι υπόλοιποι μάζεψαν νερό στις χούφτες τους, και το νερό κυλούσε ανάμεσα από τα δάχτυλά τους. Η Καμηλοπάρδαλη αποτύγχανε διαρκώς στις προσπάθειές της να μαζέψει νερό με τις οπλές της. Με το νερό που μπορούσαν να μεταφέρουν, στράφηκαν όλοι να κοιτάξουν τον Προβοσκίδα που αιωρούνταν τώρα στον αέρα, καθώς τον μετέφερε μια ορδή κουνουπιών.

«ΣΤΑΜΑΤΗΣΤΕ!» φώναξαν, αλλά ήξεραν ότι ήταν πολύ αργά.

Ο Γέρο-Ντιν απευθύνθηκε στους ηλικιωμένους. «Πρέπει να συνεχίσουμε! Θα προχωρήσω μπροστά με το ιπτάμενο μπαούλο μου ώστε να βλέπω από ψηλά. Οι υπόλοιποι πρέπει να συνεχίσετε εώς τον επόμενο προορισμό: την Κόκκινη Πόλη».

Η Ρουμπίνη έφερε αντιρρήσεις: «Όχι! Τα Τρία Γέρικα Γουρουνάκια τα απήγαγε ο κακός λύκος στη Γουρουνούπολη. Ο Προβοσκίδας απομακρύνθηκε από την ίδια του την πατρίδα. Αρνούμαι να πέσω θύμα του λύκου στην πόλη μου. Πρέπει να επιστρέψουμε στο σπίτι!Είναι πολύ  επικίνδυνα». Κοίταξε με μεγάλη δυσαρέσκεια τον Γέρο-Ντιν. Το πρόσωπό της είχε το ίδιο χρώμα με το σκουφάκι της.

Ο Γέρο-Ντιν είπε ήρεμα: «Πώς περιμένουμε να πάψει η ιστορία να επαναλαμβάνεται αν δεν είμαστε αρκετά γενναίοι ώστε να τολμήσουμε πράγματα που μας φοβίζουν; Εσύ ήσουν αρκετά γενναία ώστε να ξεκινήσεις αυτό το ταξίδι, κάτι που έπρεπε να είχαμε κάνει πριν από χρόνια. Δεν μπορούμε να εγκαταλείψουμε τώρα. Ας θυμηθούμε για ποιον το κάνουμε αυτό. Είμαστε όλοι μαζί;»

Σιωπηλά, πήγαν όλοι πίσω στα σκούτερ τους.