Fairy Tales for a Fairer World

Contes de fées pour un monde meilleur - Cuentos de Hadas para un mundo más justo

In the Storybook, classic characters take on new adventures in the setting of traditional fairy tales from around the world, whilehighlighting issues such as climate change, epidemics, displacement, and inequality

Chap-5_Princess_Bambu.png

Περιτριγυρισμένοι από χωράφια με μπαμπού, ζούσαν ένας πλούσιος ξυλοκόπος μπαμπού και η γυναίκα του. Παρά τα πλούτη τους, επιθυμούσαν ακόμη ένα δικό τους παιδί, που δεν μπορούσαν να αποκτήσουν. Μια μέρα, ενώ ο ξυλοκόπος ήταν στο χωράφι, είδε ένα λαμπερό φως να βγαίνει μέσα από τον βλαστό ενός μπαμπού. Όσο πιο πολύ πλησίαζε, τόσο πιο λαμπερό γινόταν το φως. Άνοιξε τον βλαστό για να δει τι ήταν αυτό που έβγαζε φως. Όταν τον άνοιξε, το φως ξετυλίχτηκε σαν λουλούδι που ανθίζει και, καθισμένο ακριβώς στο κέντρο, βρισκόταν ένα μικροσκοπικό κοριτσάκι.

Ο ξυλοκόπος είχε ακούσει για την Τοσοδούλα, που είχε γεννηθεί από ένα λουλούδι, αλλά δεν είχε ποτέ του ακούσει ή δει μωρά από μπαμπού. Έβγαλε το κοριτσάκι, το κράτησε στην παλάμη του και θαύμασε την ακτινοβολία της. Την πήρε τότε στο σπίτι του και την έδειξε στη γυναίκα του. Την πρόσεχαν και την αγαπούσαν σαν να ήταν δική τους. Την ονόμασαν Πριγκίπισσα Μπαμπού και της έδωσαν τον βλαστό από τον οποίο γεννήθηκε ως υπενθύμιση ότι δεν χρειάζεται να ψάξει κανείς μακριά για να βρει την ευτυχία.

Η Πριγκίπισσα Μπαμπού μεγάλωσε κι έγινε μια γλυκιά πριγκίπισσα. Η σχέση της με τον πατέρα της ήταν πιο γερή και από τα μπαμπού που βρίσκονταν παντού γύρω τους. Αυτό ήταν αποτέλεσμα του χρόνου που περνούσαν μαζί. Τις μέρες της δουλειάς τους, τις αφιέρωναν στα χωράφια με το μπαμπού. Τον ελεύθερο χρόνο της, τον μοίραζε ανάμεσα στις βόλτες με το κατοικίδιο πάντα της, στο Κέντο, ένα παιχνίδι πολεμικών τεχνών, και – μυστικά – στο διάβασμα. Η Πριγκίπισσα Μπαμπού γινόταν όλο και καλύτερη σε αυτούς τους τομείς.

Ωστόσο, στο χωριό δεν μιλούσαν για τα ταλέντα της. Μιλούσαν για τη φήμη της και την περιουσία της ως κόρη ενός επιτυχημένου ξυλοκόπου. Οποιοσδήποτε πρίγκιπας αρκετά γοητευτικός ώστε να διεκδικήσει την Πριγκίπισσα  Μπαμπού, θα κληρονομούσε τις ανέσεις μιας καλής ζωής.

 

Όταν η Πριγκίπισσα Μπαμπού έκλεισε τα 15, ο ξυλοκόπος έστειλε μια επιστολή σε πέντε από τους πλουσιότερους πρίγκιπες, καλώντας τον καθένα ξεχωριστά σε δείπνο, για πέντε συνεχόμενες βραδιές. Οι πρίγκιπες γνώριζαν ότι αυτή ήταν η ευκαιρία τους να  γοητεύσουν την πριγκίπισσα, αλλά κυρίως, ήταν η ευκαιρία τους να αποσπάσουν την έγκριση του πατέρα. Τελικά, ο πατέρας ήταν εκείνος που θα έπαιρνε την απόφαση να την παντρέψει με τον πρίγκιπα που πληρούσε τα κριτήρια.

Η Πριγκίπισσα Μπαμπού γνώριζε από την οικογενειακή της παράδοση ότι θα γινόταν νύφη σε νεαρή ηλικία, πράγμα που θα έβαζε τέλος στις ευκαιρίες της να σπουδάσει και να συνεχίσει το σχολείο. Όσο μεγάλωνε, τόσο πιο πολύ ανησυχούσε σχετικά με αυτή την αναπόφευκτη παράδοση. Ο γάμος υποτίθεται πως ήταν μια επιλογή: επιλογή της σωστής στιγμής  και επιλογή ενός συντρόφου για όλη της την ζωή. Εκείνη ένιωθε πολύ νέα. Ονειρευόταν να ταξιδέψει σε καινούρια μέρη και να σπουδάσει. Πιο συγκεκριμένα, ονειρευόταν να γίνει επιστήμονας ή μηχανικός υπολογιστών. Της άρεσε πάρα πολύ να δημιουργεί εφαρμογές και να χρησιμοποιεί τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ο πατέρας της, από την άλλη, έβλεπε με καχυποψία οτιδήποτε μοντέρνο και ιδιαίτερα όλα όσα αποκαλούσε «μη ασφαλείς μορφές επικοινωνίας», όπως το Διαδίκτυο. Στο σπίτι του, οι τηλεοράσεις, τα κινητά τηλέφωνα και οι υπολογιστές ήταν απαγορευμένα... μέχρι τη μέρα που η γυναίκα του παρατήρησε πως οι γείτονες φαίνονταν να είναι πολύ καλύτερα τώρα που είχαν τηλεόραση και κινητά τηλέφωνα. Η Πριγκίπισσα Μπαμπού απέκτησε επιτέλους το τηλέφωνο που επιθυμούσε, όμως χωρίς μονάδες ή κάποιο πακέτο δεδομένων για να το χρησιμοποιεί. Βασιζόταν στο ανοιχτό, δωρεάν ασύρματο δίκτυο, το οποίο δεν έβρισκε εύκολα.

Το πρώτο από τα πέντε βράδια των δείπνων είχε φτάσει. Ο Πρίγκιπας του Χιονιού έκανε μια εντυπωσιακή είσοδο μπαίνοντας με το λευκό διθέσιο ποδήλατο του, με την πίσω θέση κενή. Η Πριγκίπισσα  Μπαμπού περίμενε πως ο Πρίγκιπας του Χιονιού θα είχε κατάλευκη επιδερμίδα όπως η προγιαγιά του, η Χιονάτη, αλλά ξαφνιάστηκε ευχάριστα όταν είδε πως δεν ήταν έτσι.

Στη διάρκεια του δείπνου, ο Πρίγκιπας του Χιονιού ρώτησε ποια ήταν τα ενδιαφέροντα της Πριγκίπισσας Μπαμπού. Εκείνη αποκάλυψε το ενδιαφέρον της για το πώς σχηματίστηκε το σύμπαν, που την οδηγούσε στην επιθυμία της να σπουδάσει φυσική και να γίνει επιστήμονας. Του είπε επίσης ότι την ενδιέφεραν και ο προγραμματισμός και η μηχανική. Ο Πρίγκιπας του Χιονιού απογοητεύτηκε οικτρά. Της είπε πως οι ασχολίες μιας κυρίας θα έπρεπε να είναι στην κουζίνα, όχι σε κάποια σχολική τάξη. Όπως το έβλεπε αυτός, έτσι αποδείκνυαν τη γυναικεία τους φύση οι κυρίες: υπηρετώντας και φροντίζοντας τον άντρα τους.

0.char_prince_snow.png

Η Πριγκίπισσα Μπαμπού πήρε μια βαθιά ανάσα και προσπάθησε να διατηρήσει την ψυχραιμία της, ενώ ο Πρίγκιπας του Χιονιού εξηγούσε τι πίστευε για το ρόλο της γυναίκας. Ο Πρίγκιπας του Χιονιού συνέχισε. «Η προγιαγιά μου, η Χιονάτη, ήταν εκείνη που βρέθηκε σε ένα σπιτάκι στο δάσος όπου ζούσαν εφτά νάνοι. Ήταν γι’ αυτήν ένα μέρος όπου ήταν ασφαλής από τη Βασίλισσα του Χιονιού που ήθελε στη ζωή της να…»

«Είναι η ομορφότερη απ’ όλες…» τον διέκοψε η Πριγκίπισσα Μπαμπού ανυπόμονα.

«Για να έχει κάποια δικαιώματα στο σπίτι, η Χιονάτη σφουγγάριζε, έστρωνε τα κρεβάτια, μπάλωνε τα ρούχα που φορούσαν και μαγείρευε το φαγητό που έτρωγαν. Ήταν καταπληκτικό παράδειγμα για όλες τις γυναίκες». Ο Πρίγκιπας του Χιονιού δεν πρόσεξε πως η Πριγκίπισσα Μπαμπού κοιτούσε από το παράθυρο και χτυπούσε τα δάχτυλά της στο τραπέζι. «Γι’ αυτό το λόγο, θα ήθελα να τιμήσω την προγιαγιά μου κάνοντας εφτά παιδιά που θα ονομάσω σαν τους εφτά νάνους που αγαπούσε τόσο πολύ».

Η Πριγκίπισσα Μπαμπού σηκώθηκε από το τραπέζι και έσφιξε τον βλαστό του μπαμπού τόσο δυνατά που τα δάχτυλά της άσπρισαν.

Ο πατέρας της παρατηρούσε σιωπηλά την κατάσταση. Κατάλαβε πως αυτό το ραντεβού δεν πήγαινε πολύ καλά, και προτού προλάβει να προσβάλλει περισσότερο τον Πρίγκιπα του Χιονιού η Πριγκίπισσα του Μπαμπού, ο πατέρας της αποχαιρέτισε τον Πρίγκιπα προτού σερβιριστεί το επιδόρπιο. Ο Πρίγκιπας του Χιονιού ευχαρίστησε την Πριγκίπισσα Μπαμπού για το δείπνο και έφυγε με το ποδήλατό του και την πίσω θέση ακόμα άδεια.

Το δεύτερο βράδυ δεν μπορούσε παρά να πάει καλύτερα από το πρώτο. Ερχόταν ο Λόμαν, ο πολυσυζητημένος γιος του αυτοκράτορα. Τόσο ο Αυτοκράτορας όσο και ο δισέγγονός του, ο Λόμαν, ήταν ξακουστοί για το εντυπωσιακό τους γούστο στα ρούχα. Ο πατέρας της Μπαμπού σκέφτηκε πως ο Λόμαν και η Πριγκίπισσα του Μπαμπού θα μπορούσαν να συζητήσουν για μετάξια και τη μόδα. Στο δωμάτιο, η υπηρέτρια της Μπαμπού έβαζε το τελευταίο τσιμπιδάκι στα μαλλιά της Πριγκίπισσας όταν χτύπησε το κουδούνι. Ο Λόμαν ήταν ακριβώς στην ώρα του, ούτε ένα λεπτό νωρίτερα ή αργότερα.

Η Πριγκίπισσα Μπαμπού έσερνε τα πόδια της ακριβώς πίσω από τον μπάτλερ πηγαίνοντας προς την εξώπορτα. Η υπηρέτρια της περπατούσε ακριβώς από πίσω της, φουσκώνοντας κι άλλο το φουσκωτό της φόρεμα. Ο πατέρας πρόσεξε πως τα μάτια της έλαμπαν ήδη, αλλά μετά κατάλαβε πως ήταν απλώς η υπερβολική σκιά ματιών που στραφτάλιζε. Άνοιξε η πόρτα. Η Πριγκίπισσα Μπαμπού πετάχτηκε τρομαγμένη, και της κόπηκε η ανάσα με το θέαμα που είδε μπροστά της. Πνίγηκε από την έκπληξή της. Ο Λόμαν μπήκε μέσα βιαστικά και, στην προσπάθειά του να βοηθήσει, άρχισε να την χτυπάει στην πλάτη. Αυτό χειροτέρεψε τα πράγματα για την Πριγκίπισσα  Μπαμπού. Γύρισε από την άλλη, αποστρέφοντας το βλέμμα της. Ο Λόμαν δεν καταλάβαινε την αντίδρασή της.

Δεν της αρέσει η καινούρια μου φορεσιά; αναρωτήθηκε.

Και πάλι, χωρίς να το γνωρίζει η Πριγκίπισσα Μπαμπού, ο ξυλοκόπος και η γυναίκα του παρακολουθούσαν το ραντεβού, κρυμμένοι στην κορυφή της σκάλας. Τους χρειάστηκαν κάποιες στιγμές για να καταλάβουν τι έβλεπαν, προτού αναφωνήσουν και οι δύο, «Είναι γυμνός!»

Ο πατέρας Μπαμπού κατέβηκε τρέχοντας τις σκάλες, με ένα βασιλικό μπουρνούζι και κάλυψε το ακατάλληλο θέαμα από τα μάτια της πολύτιμης κόρης του. Ο Λόμαν δεν δεχόταν το μπουρνούζι, αλλά ο πατέρας επέμεινε ότι έπρεπε να το φορέσει αν ήθελε να μείνει.

Αφού είχαν σερβιριστεί δύο πιάτα και απέμεναν άλλα τρία, η Πριγκίπισσα Μπαμπού ένιωθε ακόμα αναστατωμένη από εκείνη την απρεπή έκπληξη. Ο πατέρας της, της είχε μάθει ότι η πρώτη εντύπωση είχε τη μεγαλύτερη σημασία, και τώρα το πίστευε περισσότερο από ποτέ. Η γυμνή είσοδος του Λόμαν ήταν σαφώς ό, τι πιο συναρπαστικό είχε συμβεί εκείνη τη βραδιά. Μάλιστα, η επιμονή του στην ομορφιά της φορεσιάς του ήταν η μοναδική άποψη που άκουσε από αυτόν όλο το βράδυ. Όταν τον ρώτησε ποια είναι τα αγαπημένα του βιβλία, εκείνος ανασήκωσε τους ώμους. Όταν τον ρώτησε για τις αγαπημένες του ταινίες, ηθοποιούς, συγκροτήματα και ποιες θα ήταν οι πιο ονειρεμένες του διακοπές, το μόνο που έκανε εκείνος ήταν να ανασηκώνει τους ώμους ξανά και ξανά και ξανά. Το τελευταίο πράγμα που τον είδε να κάνει ήταν να ανασηκώνει τους ώμους για να βγάλει από πάνω του το μπουρνούζι του πατέρα της προτού τους καληνυχτίσει. Και πάλι έστρεψε αλλού το βλέμμα της, αλλά δεν μπορούσε να ξεχάσει αυτό που είχε δει. Όταν την ρώτησε αν θα την ξανάβλεπε, εκείνη ανασήκωσε τους ώμους.

Ch_5_Box_1.png

Είχε φτάσει η τρίτη βραδιά και απέναντί της βρισκόταν ο Πρίγκιπας Βάτραχος και το βατράχι του. Δεν έμοιαζε με πρίγκιπα. Το δέρμα στο λαιμό του κρεμόταν χαλαρό και, από μπροστά, η Πριγκίπισσα του Μπαμπού μπορούσε να δει μόνο δύο τούφες γκρίζα μαλλιά στα πλαϊνά του κεφαλιού του, ενώ η κορυφή του κεφαλιού του γυάλιζε πιο πολύ και από τον ήλιο. Το βατράχι του ήταν εξίσου άσχημο με τον γάτο της Μπαμπού, τον Παπουτσωμένο Γάτο, που έδειξε αμέσως την αντιπάθειά του. Ο Παπουτσωμένος Γάτος πήδηξε στο τραπέζι, γουργουρίζοντας προς το βατράχι που καθόταν στον ώμο του Πρίγκιπα. Ο πρίγκιπας έδιωξε με το χέρι του τον γάτο από το τραπέζι, ίσως πιο απότομα απ’ όσο χρειαζόταν και είπε, «Δεν μου αρέσουν και τόσο οι γάτες. Το ξέρω ότι αυτή είναι η δεύτερη γάτα σου, αλλά αν με παντρευτείς θα είναι επίσης και η τελευταία σου».

Η Μπαμπού δεν θυμόταν να του είχε πει πως αυτή ήταν η δεύτερη γάτα της, αφού η πρώτη έχασε και την έβδομη ζωή της. Το μόνο μέρος όπου μιλούσε γι’ αυτό ήταν στη σελίδα της στα κοινωνικά δίκτυα, αλλά ο λογαριασμός της ήταν απόρρητος, μόνο για τους φίλους που είχε δεχτεί η ίδια. Πού το είχε δει λοιπόν; Η Πριγκίπισσα Μπαμπού ήταν σίγουρη πως είχε παραβιάσει το λογαριασμό της και την παρακολουθούσε. Λίγο μετά το επιδόρπιο, ο πρίγκιπας έφυγε. Και από το σπίτι και από τη ζωή της.

Αργότερα το ίδιο βράδυ στο δωμάτιο της γκαρνταρόμπας, η υπηρέτρια της Μπαμπού καθάριζε από το πρόσωπό της το μακιγιάζ και τα δάκρυα. Η Μπαμπού είχε κουραστεί και δεν άντεχε άλλο. «Με το ζόρι μπορώ να αντέξω να διασκεδάζω αυτούς τους ‘γοητευτικούς’ πρίγκιπες για πέντε συνεχόμενες μέρες, πώς θα αντέξω με έναν μόνο από αυτούς για την υπόλοιπη ζωή μου;»

Την επόμενη μέρα η Πριγκίπισσα του Μπαμπού είχε δουλειές στην πόλη. Εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία για να συνδεθεί με το τηλέφωνό της στο δωρεάν ασύρματο δίκτυο. Η προηγούμενη βραδιά με τον Πρίγκιπα Βάτραχο της είχε δώσει την ιδέα να μάθει κάποια πράγματα σχετικά με τον τέταρτο πρίγκιπα που θα βρισκόταν στο τραπέζι της εκείνη τη βραδιά. Η μόνη διαφορά ήταν πως δεν σκόπευε να παραβιάσει τον λογαριασμό του πρίγκιπα. Θα κοιτούσε μονάχα ό, τι δημοσίευε δημόσια ο πρίγκιπας. Και οπωσδήποτε θα ήταν πολύ διακριτική σχετικά μ’ αυτό όταν θα μιλούσε με τον πρίγκιπα.

Στο αγαπημένο της καφέ με γάτες, η Μπαμπού έψαξε για τον Ονειρεμένο Πρίγκιπα σε μία σελίδα κοινωνικής δικτύωσης και χάρηκε όταν είδε πως τα άλμπουμ με τις φωτογραφίες του ήταν δημόσια. Κοίταξε όλες τις φωτογραφίες, μία-μία, σε κάθε άλμπουμ, και εντυπωσιάστηκε αναπάντεχα. Ήταν όμορφος, αγαπούσε την οικογένειά του, μέχρι που είχε βοηθήσει και ένα καταφύγιο για γάτες. Αυτός ήταν ο ένας! Αυτός ήταν ο πρίγκιπάς της, ο ιππότης της.

Έφτασε το βράδυ και μαζί, έφτασε και ο πρίγκιπας. Τρώγοντας τη σούπα του, ο Ονειρεμένος Πρίγκιπας διηγούνταν κάθε οικογενειακή ιστορία με βασανιστική λεπτομέρεια, δείχνοντάς της και φωτογραφίες, τις οποίες είχε ήδη δει στη σελίδα του στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης. Κάθε ιστορία για τον εαυτό του οδηγούσε σε μία άλλη και η βραδιά συνέχισε να εξελίσσεται σε αργή κίνηση. Η φωνή του μετατράπηκε σε μακρινό ήχο και αυτό που σκεφτόταν περισσότερο η Μπαμπού ήταν το παγωτό μόκα που έτρωγε. Ήταν πολύ καλό. Υπενθύμισε στον εαυτό της να ευχαριστήσει αργότερα τους μάγειρες για άλλο ένα υπέροχο δείπνο.

«Αυτός είμαι εγώ με λίγα λόγια. Κι εσύ, Μπου;» είπε ο Ονειρεμένος Πρίγκιπας. Η Μπαμπού, που είχε χαθεί στις σκέψεις της, χρειάστηκε μερικά δευτερόλεπτα για να καταλάβει, πρώτον, ότι της έκανε κάποια ερώτηση, και δεύτερον, ότι την αποκαλούσε με ένα ενοχλητικό υποκοριστικό. Πήγε να μιλήσει αλλά ο πρίγκιπας την έκοψε.

«Α, για δες τι ώρα πήγε. Ώρα για τον ύπνο ομορφιάς μου. Δεν λέγομαι τζάμπα Ονειρεμένος Πρίγκιπας. Αντίο και καληνύχτα, Ωραία Κοιμωμένη μου».

Τέταρτη αποτυχία. Ανέβηκε αργά τη σκάλα, νιώθοντας τα πόδια της πολύ βαριά για να τα σηκώσει. Ο πατέρας της προσπαθούσε να φανεί χαρούμενος ρωτώντας την πώς πήγε, αλλά εκείνη απάντησε κλείνοντας με θόρυβο την πόρτα της μπροστά του.

Πέμπτη βραδιά. Πρίγκιπας νούμερο πέντε. Η Πριγκίπισσα Μπαμπού ήταν πλέον πολύ απογοητευμένη και είχε βαρεθεί να στολίζεται κάθε βράδυ, οπότε ντύθηκε πιο απλά. Η μητέρα της ντράπηκε πάρα πολύ βλέποντάς την με παντελόνι και της είπε πως οι κυρίες δεν φορούν παντελόνια. Ακολουθούσε την Πριγκίπισσα Μπαμπού από δωμάτιο σε δωμάτιο, περνώντας μια βούρτσα στα μπερδεμένα της μαλλιά, βάζοντάς της ρουζ και ψεκάζοντας το λαιμό της πανάκριβο άρωμα.

 

Ακούστηκε το κουδούνι και η Μπαμπού ένιωσε και το καμπανάκι της συνείδησής της, που της έλεγε ότι ίσως και να έπρεπε να είχε φροντίσει λίγο παραπάνω την εμφάνισή της. Αλλά για να μην ενδώσει στις πιέσεις της μητέρας της, παρέμεινε με το τζιν της και άνοιξε την πόρτα με το κεφάλι ψηλά. Ίσως πολύ ψηλά, γιατί στο επίπεδο των ματιών της δεν βρισκόταν κάποιος γοητευτικός πρίγκιπας αλλά ένα τεράστιο τζιπ, που έμοιαζε περισσότερο με στρατιωτικό φορτηγάκι, παρά με οικολογικό όχημα μεταφοράς ανθρώπων. Οι καπνοί από την εξάτμιση έβγαιναν σαν από φουγάρο εργοστασίου που καίει άνθρακα. Ο πρίγκιπας δεν ήταν ούτε καν μέσα! Μια λάμψη πιο χαμηλά από το οπτικό της πεδίο τράβηξε την προσοχή της Πριγκίπισσας Μπαμπού. Πεσμένος στο ένα γόνατο, βρισκόταν εκεί ο πέμπτος πρίγκιπας, κρατώντας στα χέρια του ένα γοβάκι που της έδινε να δοκιμάσει.

Θεληματικό πιγούνι. Αστραφτερά δόντια. Βλεφαρίδες σαν καμηλοπάρδαλης. Η Μπαμπού πρέπει να στεκόταν εκεί μουδιασμένη για λίγη ώρα, μέχρι που εκείνος αναγκάστηκε να διακόψει τη σιωπή καθαρίζοντας το λαιμό του, «Χμ χμ!»

Η Πριγκίπισσα Μπαμπού κοίταξε το γοβάκι που κρατούσε στο χέρι του. Ήταν φτιαγμένο από δέρμα φιδιού, ακριβώς όπως και τα δετά παπούτσια που φορούσε εκείνος, με κορδόνια φτιαγμένα από τα μουστάκια μωρού πολικής φώκιας. Προσπαθούσε να καταλάβει όλα αυτά και να βγάλει νόημα και από την υπόλοιπη περιβολή του. Στην πλάτη του ήταν δεμένο ένα καμάκι απ’ όπου κρεμόταν ένα ψάρι καρφωμένο από το μάτι. Οι σφιγμένοι μύες του Πρίγκιπα με το Γοβάκι ξεχείλιζαν από την αμάνικη ζακέτα από γούνα μινκ που φορούσε. Η στενή του μέση τονιζόταν από μια ζώνη από δέρμα κροκόδειλου που είχε κάτι στερεωμένο στο μπροστινό μέρος. Όπλο; Δεν ήταν πρίγκιπας αυτός!

Ο Πρίγκιπας με το Γοβάκι πίστευε πως ήταν αυτό που θέλαν όλα τα κορίτσια. Στα κάτω-κάτω, στα κορίτσια αρέσουν τα ζώα. Η Πριγκίπισσα Μπαμπού από την άλλη, πίστευε πως ήταν κάποιος που μισούσε τη φύση, και φορούσε ρούχα φτιαγμένα από ζώα υπό εξαφάνιση. Κοπάνησε την πόρτα στα μούτρα του και έτρεξε στο δωμάτιό της κλαίγοντας. Δεν έχει νόημα όλο αυτό, σκέφτηκε. Δεν πρόκειται να βρω ποτέ κανέναν και η ζωή μου δεν θα έχει ποτέ νόημα στα μάτια του πατέρα μου χωρίς έναν πρίγκιπα. Θέλω να γυρίσω πίσω στον βλαστό μου.

Η Βασίλισσα Μπαμπού και ο Κουέλιν είχαν φτάσει στα χωράφια με τα μπαμπού. Κρύφτηκαν στις σκιές του φεγγαρόφωτος, κάτω από τους ψηλούς μίσχους των μπαμπού, πλησιάζοντας στο σπίτι της Μπαμπού. Τα πάντα έμοιαζαν ίδια με την εποχή που ήταν κοριτσάκι η Βασίλισσα Μπαμπού. Ήταν το ίδιο μέγαρο, με την μυτερή σκεπή και την ίδια πέτρινη γέφυρα πάνω από τη λιμνούλα με τα ψάρια κόι που είχε χτίσει εκείνη με τον πατέρα της. Η μόνη διαφορά ήταν το πόσο πιο χοντροί ήταν οι κορμοί των δέντρων, που έγερναν πάνω από το διακοσμητικό της λιμνούλας. Η Βασίλισσα του Μπαμπού εισέπνευσε βαθιά τις αναμνήσεις της νεότητάς της, τότε που μεγάλωνε εκεί. Δυστυχώς, οι αναμνήσεις της δεν είχαν καλό τέλος για την ίδια.

Όταν η Βασίλισσα Μπαμπού ήταν νεότερη, είχε επιλέξει την εκπαίδευση αντί για τον γάμο. Με τη σειρά του, ο πατέρας της την άφησε πίσω στην άγρια φύση όπου θα γινόταν αποδεκτή, σύμφωνα μ’ αυτόν, η άποψή της για τη ζωή. Δεν έβλεπε κανένα όφελος στην επιθυμία της να συνεχίσει να μαθαίνει. Εκείνος έβλεπε εξέγερση. Έκοψε τους δεσμούς μαζί της τόσο βίαια όσο έκοβε και το μπαμπού για τη δουλειά του και, προς μεγάλη της θλίψη, δεν γνώρισε ποτέ τον πρίγκιπα που εκείνη παντρεύτηκε μετά την αποφοίτησή της. Επίσης δεν γιόρτασε μαζί της όταν ο πρίγκιπάς της πήρε τη θέση του ως Βασιλιάς της χώρας του, και δεν την παρηγόρησε στον πόνο της όταν τον έχασε από μια τροπική ασθένεια. Είχαν υπάρξει πάρα πολλά χαμένα χρόνια όπου η Βασίλισσα Μπαμπού δεν είχε πατέρα. Δεν επιθυμούσε το ίδιο για τη νεαρή Πριγκίπισσα Μπαμπού. Ήθελε να έχει εκείνη τη δυνατότητα να επιλέξει το δρόμο της με την συγκατάθεση του πατέρα της.

Η Βασίλισσα Μπαμπού συνήλθε από την ονειροπόλησή της όταν άκουσε θροΐσματα και κίνηση κάπου κοντά. Δεν κουνήθηκαν. Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε η Μπάμπα Γιάγκα. «Μπάμπα Γιάγκα! Ηρθες! Αχ, αχ, αχ, παραλίγο να πάθω καρδιακή προσβολή» είπε η Βασίλισσα Μπαμπού. Η Μπάμπα Γιάγκα απάντησε: «Σκέφτηκα ότι σας χρειαζόταν λίγη μαγική βοήθεια». Είχε δίκιο. Χρειάζονταν όλη τη βοήθεια που μπορούσαν να έχουν.

Ο Κουέλιν έδειξε και είπε, «Ναι τη!» Η Πριγκίπισσα Μπαμπού καθόταν μπροστά από μια φωτιά. Κοιτούσε τις φλόγες, με τα δάκρυα να τρέχουν στα μάγουλά της.

Ο Κουέλιν κοίταξε τη Βασίλισσα  Μπαμπού και πρότεινε να πάνε οι κυρίες να της μιλήσουν. Εκείνος, έτσι κι αλλιώς, δεν ήταν ποτέ καλός με τα συναισθήματα, κι έτσι, για να αξιοποιήσει το χρόνο, άρχισε να φτιάχνει μια σχεδία για να πάει στο νησί Μπρούχο.

Η Πριγκίπισσα Μπαμπού κοιτούσε καθηλωμένη τις φλόγες της φωτιάς που τρεμόπαιζαν. Αναρωτιόταν τι ήταν αυτό που είχε η φωτιά και μάγευε έτσι τους ανθρώπους. Οι σκέψεις της ξεστράτισαν στην τελευταία συζήτηση που είχε με τον πατέρα της αφού έφυγαν όλοι οι πρίγκιπες. «Και οι πέντε αυτοί πρίγκιπες είναι πολύ κατάλληλοι για σένα, διότι εγώ και η μητέρα σου επιλέξαμε μόνο τους καλύτερους. Αν δεν διαλέξεις εσύ έναν, θα το κάνουμε εμείς», της είχε πει, καθώς άναβε τη φωτιά μπροστά στην οποία καθόταν και έριχνε στις φλόγες τις γράμματα αποδοχής από τα διάφορα πανεπιστήμια. Η Πριγκίπισσα του Μπαμπού αναλογιζόταν τις συνέπειες που θα αντιμετώπιζε αν το έσκαγε. Ήταν κάτι επικίνδυνο, αλλά η καλύτερη από τις δύο επιλογές, πίστευε.

 «Χμ-χμ» είπε η Βασίλισσα Μπαμπού, ξεροβήχοντας.

Η Πριγκίπισσα του Μπαμπού στράφηκε για να δει ποιος βρισκόταν εκεί.

Η Βασίλισσα του Μπαμπού και η Μπάμπα Γιάγκα πέρασαν πολλή ώρα μιλώντας στη νεαρή Πριγκίπισσα του Μπαμπού και παρηγορώντας την. Κι έπειτα, πέρασαν πολλή ώρα μιλώντας στον ξυλοκόπο και τη γυναίκα του σχετικά με το πώς θα έπρεπε να είναι το μέλλον ενός νεαρού κοριτσιού. Ο Ξυλοκόπος δεν ήθελε να αλλάξει γνώμη, κι έτσι η Μπάμπα Γιάγκα κούνησε τα μαγικά της δάχτυλα πάνω από τους γονείς. Πετάχτηκαν σπίθες και τους κύκλωσε καπνός. Τότε ο Πατέρας στράφηκε στην κόρη του και της είπε, «Πριγκίπισσα Μπαμπού, ήρθε η ώρα να απλώσεις τα φτερά σου. Πήγαινε να εξερευνήσεις, πήγαινε να μάθεις καινούργια πράγματα, υπάρχουν τόσες ευκαιρίες για σένα!» Η Πριγκίπισσα του Μπαμπού τσίριξε από τη χαρά της, χτύπησε τα χέρια της και αγκάλιασε τον πατέρα της σφιχτά. Η Μπάμπα Γιάγκα έκλεισε το μάτι στην Πριγκίπισσα του Μπαμπού.

Επιτέλους είχε βγει κάτι καλό από το ταξίδι των ηλικιωμένων. Η Πριγκίπισσα Μπαμπού ήξερε ακριβώς πού ήθελε να σπουδάσει. Στη φημισμένη σχολή Φυσικής στην Παλιά Πόλη. Ήξερε ότι θα έπρεπε να φύγει μαζί με την Μπάμπα Γιάγκα και τη Βασίλισσα Μπαμπού που μπορούσαν να την πάνε εκεί μετά το τέλος του ταξιδιού τους, μια που η σχολή βρισκόταν πολύ κοντά στο Παλιό Σπίτι. Ο Ξυλοκόπος βρήκε αυτό το σχέδιο εξαιρετικό και πρόσφερε την ψαράδικη βάρκα του στις τρεις γυναίκες ώστε να διασχίσουν τη θάλασσα. Δυστυχώς έπρεπε να περάσουν από το νησί Μπρούχο για να πάρουν τον Κουέλιν πριν από την τελευταία τους στάση στην πατρίδα του Αλαντίν.