Fairy Tales for a Fairer World

Contes de fées pour un monde meilleur - Cuentos de Hadas para un mundo más justo

In the Storybook, classic characters take on new adventures in the setting of traditional fairy tales from around the world, whilehighlighting issues such as climate change, epidemics, displacement, and inequality

Chap-6_Caleuche.png

Στο Νησί των Γλάρων, στο κάτω της υδρογείου, ζούσε η Βασιλική Οικογένεια της Θάλασσας. Ο Μιλαλόμπο ήταν Βασιλιάς. Είχε το σώμα ενός θαλάσσιου λέοντα και το κεφάλι ανθρώπου και ψαριού. Βασίλευε σε όλα τα έμψυχα θαλάσσια πλάσματα. Η γυναίκα του και Βασίλισσα του ωκεανού, η Χουεντσούλα, ήταν μισή άνθρωπος και μισή ιππόκαμπος, καθώς είχε γεννηθεί από μια όμορφη μονόκερο και έναν δυνατό ξυλοκόπο.

Η Χουεντσούλα γνώρισε για πρώτη φορά τον Μιλαλόμπο όταν ζούσε στη γη στη διάρκεια του χειμώνα. Εκείνη έβγαζε νερό από ένα πηγάδι. Κοίταξε μέσα στο πηγάδι, αλλά αντί να δει την αντανάκλασή της, είδε το πρόσωπο του Μιλαλόμπο να την κοιτάζει. Ήταν κεραυνοβόλος έρωτας. Ξεκίνησαν μια σχέση και αργότερα παντρεύτηκαν. Η Χουεντσούλα πήγε τότε να ζήσει με τον Μιλαλόμπο στο βυθό της θάλασσας, αλλά μπορούσε ακόμη να επιστρέφει και να επισκέπτεται τους γονείς της, και να παίρνει αέρα. Ο Μιλαλόμπο και η Χουεντσούλα έκαναν τρία όμορφα παιδιά: τον Πινκόι, έναν τρίτωνα και πρίγκιπα της θαλάσσιας βοτανικής, και δυο πριγκίπισσες γοργόνες, την Πινκόγια και την Σιρένα. Και τα τρία παιδιά βοηθούσαν τους γονείς τους να φροντίζουν με τον καλύτερο τρόπο τις θάλασσες.

Η πρώτη έγνοια της Χουεντσούλα ήταν το Νησί των Γλάρων όπου είχε γεννηθεί και μεγαλώσει. Οι γονείς της, η κυρία Μονόκερου και ο κύριος Ξυλοκόπος, ήταν η πρώτη οικογένεια που έζησε στο νησί μετά τη μεγάλη πλημμύρα, τότε που τα νερά ανέβηκαν και σκέπασαν την κάποτε ζωντανή και πυκνοκατοικημένη πόλη. Δεν επέζησε κανείς. Χρόνια αργότερα, όταν η στάθμη του νερού κατέβηκε, μόνο οι γλάροι ξαναγύρισαν… μέχρι που η κυρία Μονόκερου και ο κύριος Ξυλοκόπος ανακάλυψαν το νησί, καθώς γύριζαν τις θάλασσες. Το νησί ήταν όμορφο, με πυκνά δάση, κι έτσι αποφάσισαν να μείνουν.

Ο κύριος Ξυλοκόπος έχτιζε παλαφίτος, χρωματιστά ξύλινα σπίτια που στηρίζονται σε πασσάλους πάνω από τα επικίνδυνα νερά. Το σπίτι του φαινόταν από την απέναντι στεριά και σύντομα άνθρωποι από τις παράκτιες πόλεις της στεριάς μετακόμισαν στο Νησί των Γλάρων, χτίζοντας επίσης σπίτια πάνω σε πασσάλους, δημιουργώντας ένα όλο ζωντάνια χωριουδάκι. Οι προσπάθειες της κυρίας Μονόκερου να δημιουργήσει μια πιο ισχυρή κοινότητα φαίνονταν καθαρά στην ικανότητα των κατοίκων να νιώθουν και να παραμείνουν δεμένοι σε αυτό το κομμάτι αποκομμένης γης. Αφού τα κατάφεραν όλα αυτά, ένιωσαν ότι είχε έρθει η κατάλληλη στιγμή για να ξεκινήσουν τη δική τους οικογένεια κι έτσι απέκτησαν το πρώτο και μοναδικό παιδί τους, την Χουεντσούλα.

Ch_6_Box_1.png

Από τότε που ήταν κοριτσάκι, η Χουεντσούλα αγαπούσε και σεβόταν τη θάλασσα. Όταν έγινε Βασίλισσα της Θάλασσας, η αφοσίωσή της στην προστασία της θάλασσας έγινε ακόμα μεγαλύτερη. Διασφάλιζε πάντοτε την βιωσιμότητα του ωκεανού ώστε να επιβιώνουν οι άνθρωποι. Και παρόλο που αγαπούσε τους πάντες, τιμωρούσε αυστηρά όσους δεν υπάκουαν στον ένα και μοναδικό κανόνα της, να μην ψαρεύουν περισσότερα ψάρια απ’ όσα χρειάζονταν για την καθημερινή τους κατανάλωση. Αν οι ψαράδες το παράκαναν, η Χουεντσούλα περιόριζε τις προμήθειες τους. Αντιθέτως, αν σέβονταν τους ωκεανούς, στην επόμενη ψαριά τους θα γέμιζαν τα δίχτυα τους.

Οι δύο πριγκίπισσες κόρες της Χουεντσούλα, η Πινκόγια και η Σιρένα ήταν οι αγγελιοφόροι για τους ψαράδες. Κολυμπούσαν στην ακτή και ανακοίνωναν αν η ψαριά τους θα ήταν καλή ή όχι. Ο Πινκόι πήγαινε πάντοτε μαζί με τις αδελφές του, ενώ παρακολουθούσε και τις θαλάσσιες καλλιέργειες.

Ένα πρωί, που ο ήλιος βγήκε λίγο αργότερα απ’ ότι την προηγούμενη μέρα, η Χουεντσούλα κοίταξε πέρα, τις θάλασσες,  και είδε πως το νερό ήταν κατακόκκινο σαν αίμα. Δεν ήταν η αντανάκλαση του ήλιου αυτό που έβλεπε στην θάλασσα. Η Χουεντσούλα ούρλιαξε. «Σκοτώνουν τα ψάρια!» Αλλά αυτό που δεν γνώριζε ήταν ότι δεν ήταν κάποιοι άκαρδοι άνθρωποι που σκότωναν τα ψάρια όπως νόμιζε, αλλά κάτι πολύ, πολύ πιο επικίνδυνο.

Και τα τρία παιδιά ήρθαν να δουν γιατί φώναζε η μητέρα τους. Ο Πινκόι, ο θαλάσσιος βοτανολόγος, έμεινε άναυδος μπροστά στο θέαμα. «Είναι η κόκκινη παλίρροια!»

Η Χουεντσούλα ήταν έξαλλη, αλλά ακόμα χειρότερα, ένιωθε πως δεν είχε τον έλεγχο. Ήξερε πώς να ρυθμίζει τη θαλάσσια ζωή και την ανθρώπινη δραστηριότητα σε έναν βαθμό, αλλά η διάθεση του ήλιου και των άλλων στοιχείων δεν ήταν στα χέρια της. Η θερμοκρασία του νερού ήταν πάνω από το κανονικό, πράγμα που ενίσχυε την ανάπτυξη των φυκιών κι αυτό παρήγαγε επικίνδυνες τοξίνες. Αυτό έκανε το νερό να γίνει καφεκόκκινο. Και το φαινόμενο της κόκκινης παλίρροιας ήταν αυτό που μόλυνε και σκότωνε τη θαλάσσια ζωή, κι όχι οι ψαράδες. 

Ο “άρρωστος” ωκεανός έδειχνε τώρα τα σημάδια της τρομερής του ασθένειας: νεκρά θαλάσσια πλάσματα κάλυπταν την παραλία. Και τα λίγα ψάρια που απέμεναν, τα άρπαζαν οι ψαράδες για να τα πουλήσουν, παρόλο που ήταν μολυσμένα. Χωρίς να διστάσουν, η Πινκόγια, η Σιρένα και ο Πινκόι κολύμπησαν ως τις ακτές της ηπειρωτικής χώρας.

Ακριβώς πριν φτάσουν στην ακτή, πρόσεξαν έναν μικρό ψαρά που έπλεε μόνος στα ακίνητα νερά. Ο μικρός ψαράς έκλαιγε. Ήταν ο Καντίν, ο δισέγγονος του Κουέλιν.

«Καταλαβαίνουμε ότι έχεις αναστατωθεί από την κόκκινη παλίρροια, αλλά πρέπει να μας ακούσεις. Πρέπει να σταματήσεις να πουλάς τα ψάρια σου στην αγορά, προς το παρόν. Είναι πολύ επικίνδυνα αν τα φάει κάποιος».

Ο Καντίν κουνούσε το κεφάλι του. «Δεν κλαίω για τα ψάρια. Κλαίω για τη μονάκριβη αδελφή μου, την Σακίν. Την άρπαξε ο Μπρούχο, ο κακός μάγος!»

Η Πινκόγια δεν ήξερε πόσα άσχημα νέα μπορούσε ακόμη ν’ αντέξει. Πρώτα η κόκκινη παλίρροια και τώρα η εφιαλτική ύπαρξη του Μπρούχο! Ο Μπρούχο άρπαζε παιδιά εδώ και δεκαετίες, κυρίως νεαρά κορίτσια. Ζούσε στο δικό του μυστηριώδες νησί που το σημάδευε το σκοτάδι, και λεγόταν το Νησί του Μπρούχο. Από το Νησί των Γλάρων, το δικό του νησί δεν ήταν ορατό με γυμνό μάτι, ούτε καν με κιάλια, αλλά ήταν εκεί. Λεγόταν πως ο Μπρούχο ζούσε σε μια σπηλιά, πάνω στην ακτή, με τριχωτά τέρατα να φυλάνε την είσοδο. Τα τέρατα περπατούσαν με ένα πόδι και δύο χέρια, και έτρωγαν γάλα μαύρης γάτας και κρέας κατσίκας. Ο θρύλος έλεγε πως τα τέρατα αυτά ήταν τα μεταλλαγμένα χαμένα παιδιά από την ηπειρωτική χώρα.

Ch_6_Box_2.png

Ο Μπρούχο φορούσε έναν μαγικό μανδύα. Ο μανδύας κάλυπτε μόνο την κοιλιά του, δεμένος με λουριά που σταύρωναν στη γυμνή πλάτη του. Φορώντας τον μανδύα του, ο Μπρούχο είχε φοβερές δυνάμεις που χρησιμοποιούσε για εκδίκηση, λόγω της κακοποίησης που είχε υποστεί όταν ήταν παιδί, αν και κανείς δεν γνώριζε λεπτομέρειες Μπορούσε να φτιάχνει τοξικά φίλτρα για να τα ρίχνει στους ωκεανούς και να σκοτώνει τα θαλάσσια πλάσματα. Μπορούσε να μαγεύει και να ελέγχει τους ανθρώπους με τις μαγικές δυνάμεις του. Μπορούσε να πετάει αν φορούσε ένα πόντσο. Και μπορούσε να μεταμορφώνει μικρά παιδιά σε τέρατα.

«Πρέπει κάτι να κάνουμε γρήγορα», είπε η Πριγκίπισσα Πινκόγια.

Ο Πρίγκιπας Πινκόι είπε, «Εσύ μείνε εδώ να βοηθήσεις τον Καντίν. Θα πω στους υπόλοιπους ψαράδες για το πρόβλημα με τα φύκια». Εκείνος και η αδελφή του, η Σιρένα, έφυγαν κολυμπώντας, αφήνοντας την Πινκόγια με τον Καντίν.

«Πρέπει να πάμε να σώσουμε την αδελφή σου! Δεν έχουμε άλλη επιλογή!» είπε η Πινκόγια.

Ο Καντίν έκρυψε το κεφάλι του με χέρια του. Φοβόταν. Είχε ακούσει για τους απελπισμένους γονείς που είχαν κυνηγήσει τον Μπρούχο για να σώσουν τα παιδιά τους. Μόνο που δεν επέστρεφαν ποτέ. Αφού το σκέφτηκε λίγο, ο Καντίν τράβηξε την άγκυρα από το βυθό και την έβαλε στη βάρκα του. «Εντάξει. Πάμε!»

Η Πινκόγια τραβούσε τον Καντίν και τη βάρκα του πίσω της, περνώντας μέσα από τα δυνατά ρεύματα και κάνοντας λευκά άλογα στο νερό να τρέχουν δίπλα της σε όλο το δρόμο ως το Νησί Μπρούχο.

Η Πινκόγια τράβηξε τη βάρκα στην αμμουδερή ακτή του Νησιού Μπρούχο. Εκεί το κύμα είχε ξεβράσει παντού φάλαινες Σέι. Η Πινκόγια έπεσε πάνω σε μια από τις φάλαινες και έκλαψε. Ήξερε ότι αυτό ήταν το αποτέλεσμα των οργανωμένων διαρροών πετρελαίου και άλλων επικίνδυνων σχεδίων του Μπρούχο για να καταστρέψει τους ωκεανούς και όλη τη ζωή τους. «Πώς μπορεί να είναι κάποιος τόσο σκληρός και κακός; Για ποιο λόγο;» φώναξε.

Ο Καντίν πλησίασε την Πινκόγια αλλά εκείνη τον παρακίνησε να πάει να σώσει την Σακίν.

Ο Καντίν είχε μείνει άναυδος μπροστά στην ομορφιά του νησιού. Η ακτογραμμή είχε παντού τεράστιους γκρεμούς με βράχια που χώριζαν τη γη από τα παγωμένα γαλάζια νερά. Ο Καντίν προχώρησε με γενναιότητα κατά μήκος της ακτογραμμής, ενώ η Πινκόγια τον περίμενε να επιστρέψει στο νερό.
Δεν μπορούσε να δει τη σπηλιά του Μπρούχο. Πέρα από μια στροφή ωστόσο, και πίσω από βράχια, μπορούσε να διακρίνει ένα μεγάλο πλοίο στην ακτή. Έμοιαζε στοιχειωμένο. «Αυτό είναι το Καλεούτσε… το πλοίο φάντασμα» είπε μόνος του.

Φαινόταν παρατημένο. Αναρωτήθηκε αν θα μπορούσε άραγε να ανέβει στην κορυφή του και να βρει κάποια στοιχεία για το πού να ψάξει για την αδελφή του.

Ο Καντίν βρήκε ένα σκοινί που κρεμόταν και ανέβηκε μέχρι που έφτασε στο κατάστρωμα. Καθώς στεκόταν εκεί, ο αέρας γύρω του έμοιαζε αλλόκοτος. Πιο κρύος. Κάτι του τράβηξε την προσοχή στη σκάλα που οδηγούσε στην καμπίνα κάτω από το κατάστρωμα, κι έτσι αποφάσισε να το ελέγξει με προσοχή. Πέρασε μέσα από σκοτεινούς διαδρόμους, ψηλαφώντας τους τοίχους δεξιά κι αριστερά του. Βρήκε ένα δωμάτιο που ήταν κλειστό. Κάτι μέσα του ελεγε να δει τι υπήρχε εκεί κι έτσι άνοιξε αργά την πόρτα. Δεν υπήρχε καμία κίνηση. Τα μάτια του είχαν συνηθίσει το σκοτάδι και μπορούσε να ξεχωρίσει πολλά μπαούλα στοιβαγμένα το ένα πάνω στο άλλο. Έσκυψε πάνω από το μπαούλο που βρισκόταν πιο κοντά του, τράβηξε τον σύρτη και το άνοιξε.

Ήταν γεμάτο με γυμνά κόκκαλα. Ήταν πολύ μεγάλα για να είναι ανθρώπινα. Φοβισμένος, έκλεισε βιαστικά το καπάκι και τότε πρόσεξε κάτι σκαλισμένο στο καπάκι, που έλεγε, Μαμούθ. Κοίταξε από το ένα μπαούλο στο άλλο διαβάζοντας τις επιγραφές στο καθένα: το Ντόντο. Ο Δυτικοαφρικανικός μαύρος Ρινόκερος. Ο Χρυσός Βάτραχος. Αυτό εδώ ήταν ένα νεκροταφείο για όλα τα εξαφανισμένα είδη από όλα τα μέρη! Δεν μπορεί, σκέφτηκε. Φοβόταν και έπρεπε να φύγει. Βγαίνοντας είδε άλλο ένα μπαούλο με κόκκαλα: Ιθαγενείς από το Νησί των Γλάρων. Ο Καντίν ίδρωνε τώρα από τον φόβο. Αυτός ο Μπρούχο δεν παίρνει απλώς παιδιά και μολύνει τα νερά. Σκοτώνει ολόκληρα ζωικά είδη και εξαφανίζει πληθυσμούς μέσω ακραίων κλιματικών αλλαγών.

Ο Καντίν βγήκε από κει όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Από το κατάστρωμα, είδε έναν πύργο στη μέση περίπου του νησιού, όπου έμοιαζε να υπάρχουν ίχνη ζωής. Προχώρησε γρήγορα και κατευθύνθηκε προς τα κει, ενώ κοιτούσε διαρκώς για πιθανούς κινδύνους.

Ch_6_Box_3.png

Όταν έφτασε πιο κοντά, είδε ότι ο πύργος είχε εκατοντάδες παράθυρα γύρω-γύρω, προς τα πάνω, ένα για κάθε δωμάτιο. Κάποια από τα παράθυρα ήταν ανοιχτά και κάποια κλειστά με τα παντζούρια τους κι αυτά κλειστά.. Ο Καντίν προχώρησε γύρω από τον πύργο, ακολουθώντας τη φωνή ενός κοριτσιού που τραγουδούσε. Τα μαλλιά της κρέμονταν από το παράθυρο. Ήταν μια πολύ κοντή αλογοουρά. Πολύ κοντή για να την κάνει κοτσίδα. Καθώς περιεργαζόταν τα ανοιχτά παράθυρα είδε πολλά κορίτσια να ρίχνουν τις κοντές αλογοουρές τους έξω από το παράθυρο, αλλά δεν έβλεπε την αδελφή του. Ο Καντίν κοιτούσε προς τα πάνω και αναρωτιόταν, όταν μια φωνή ακούστηκε πίσω του να λέει, «Καντίν!» Ήταν ο προπάππους του, ο Κουέλιν.

Ο Καντίν ενθουσιάστηκε που είδε κάποιον που γνώριζε, ειδικά τον προπάππου του. «Νόμιζα ότι ο Μπρούχο πήρε την αδελφή μου, την Σακίν, αλλά δεν την βλέπω πουθενά» είπε θλιμμένος ο Καντίν.

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ο Καντίν άκουσε και πάλι το όνομά του. Κοίταξε ψηλά και είδε την Σακίν να κρέμεται έξω από ένα παράθυρο που ήταν πριν κλειστό. «Βοήθησέ με!» φώναξε. Ο Καντίν αμέσως άρχισε να τρέχει προς το μέρος της αλλά ο προπάππους του τον άρπαξε από το μπράτσο! «Πρόσεχε! Είναι επικίνδυνα εδώ…»

Και αυτές ήταν οι τελευταίες λέξεις που ακούστηκαν προτού πέσει επάνω τους με φόρα ένα καταστροφικό παλιρροϊκό κύμα.

Ταυτόχρονα, στην ίδια θάλασσα, όχι πολύ μακριά από κει, τα Τρία Γουρουνάκια, η Ρούμπι και το Ελεφαντάκι ταξίδευαν μαζί στο σπιτάκι-βάρκα του Μικρού Γουρουνιού του Νερού, ψάχνοντας την Κοκκινούλα.

Η Ρούμπι και τα Τρία Γουρουνάκια είχαν βρει το Ελεφαντάκι να κλαίει στο δάσος, αφού άκουσαν την έκρηξη της νάρκης στο Κόκκινο Δάσος. Τους είπε ότι τον έλεγαν Ελεφαντάκι και έψαχνε τον Προβοσκίδα, που του έμοιαζε, αλλά ήταν μεγαλύτερος.

Να το λοιπόν το Ελεφαντάκι, στο πίσω μέρος του πλωτού σπιτιού του Μικρού Γουρουνιού του Νερού, το οποίο είχαν τραβήξει από την ξεραμένη λίμνη στη θάλασσα. Είχαν δέσει επάνω προβολείς και φώναζαν «Κοκκινούλα…

Γουρουνάκια…Προβοσκίδα», αλλά χωρίς αποτέλεσμα.

Η αργή τους ταχύτητα αυξήθηκε από ένα βουβό κύμα, το οποίο σύντομα ανακάλυψαν πως δεν ήταν κάτι μικρό, αλλά μία καταστροφική παλίρροια. Τσίριξαν «ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ» με κλειστά τα μάτια. Το κύμα πέρασε με ευκολία πάνω από το νησί του Μπρούχο και συνέχισε χωρίς εκείνους, αφήνοντάς τους αποκλεισμένους στο νησί, τριγυρισμένους από καταστροφή:
Ξεριζωμένα δέντρα, στραβωμένες λάμπες, και κοριτσάκια που έκλαιγαν. Κορίτσια που έψαχναν απελπισμένα κάποιον ή κάτι κάτω από σωρούς ερειπίων.

Το Γουρουνάκι Τυφλοπόντικας, που φοβόταν τρομερά τους ανεμοστρόβιλους, πήδηξε από τη βάρκα, ουρλιάζοντας ακόμα, και έκρυψε το κεφάλι του κάτω από τη γη. Τα δύο πισινά του πόδια του και η ουρά του εξείχαν.

«Να τη! Να η Κοκκινούλα» είπε η Ρούμπι. Το Γουρουνάκι Τυφλοπόντικας έβγαλε το κεφάλι του για να δει ξεχνώντας τον μεγάλο του φόβο. Η Ρούμπι έτρεξε προς την κόρη της που ήταν μαζί με δύο άλλους, μετακινώντας τα συντρίμμια. Όταν κάποιος με κόκκινο σκουφάκι στράφηκε για να αντικρίσει την Ρούμπι, εκείνη πάγωσε. Δεν ήταν η Κοκκινούλα της, αλλά ο γέρος Κουέλιν, με ένα κόκκινο σκουφί στο κεφάλι του. Η Ρούμπι ξέσπασε σε κλάματα.

«Συγγνώμη!» είπε ο Κουέλιν, που λυπόταν πραγματικά για την απογοήτευσή της.

«Δεν φταις εσύ» είπε η Ρούμπι. «Είδα απλώς αυτό που ήθελα τόσο απεγνωσμένα να δω!»

Ch_6_Box_4.png

«Δυστυχώς η Κοκκινούλα δεν είναι εδώ. Και γι’ αυτό, πρέπει όλοι να φύγετε. Κινδυνεύετε εδώ» είπε ο Κουέλιν. «Καντίν, πήγαινε με τα Γουρουνάκια και πάρε όλα τα κορίτσια μαζί σου στο πλωτό σπίτι. Θα μαζέψω όσα κορίτσια μένουν και θα φροντίσω να επιστρέψει η αδελφή σου στο σπίτι. Πήγαινε τώρα, πριν να είναι πολύ αργά!» είπε ο Κουέλιν.

Ο Καντίν ήξερε πως θα κρατούσε τον λόγο του, κι έτσι αγκάλιασε τον προπάππου του πριν φύγει.

Ο Κουέλιν παρακολουθούσε τον Καντίν να επιβιβάζεται στη μικρή βάρκα μαζί με τους άλλους. Η βάρκα είχε πολύ κόσμο και ήταν επικίνδυνη, αλλά και πάλι λιγότερο επικίνδυνη από το να μείνουν στο νησί.

Ο Κουέλιν χαιρετούσε στους φίλους του, μέχρι που άρχισαν να μοιάζουν με μία κουκίδα μέσα στον τεράστιο ωκεανό. Τότε είδε στον ορίζοντα μια άλλη βάρκα που του φάνηκε πολύ γνωστή. Ο Κουέλιν ήλπιζε πως δεν ήταν αυτό που νόμιζε πως ήταν, κι έτσι πήρε τα κιάλια του. Όμως ήταν αυτό. «Είναι το Καλεούτσε…το πλοίο φάντασμα. Και στο τιμόνι βρίσκεται ο Μπρούχο» μονολόγησε.

Εν τω μεταξύ, οι κυρίες του Μπαμπού είχαν χαθεί εντελώς στη θάλασσα. Δεν έβλεπαν ίχνος στεριάς πουθενά. Καμία βοήθεια. Καθόλου σήμα στο κινητό. Είχαν ξαπλώσει στη βάρκα και ένιωθαν απελπισμένες και κουρασμένες. Πρέπει όμως να πέρασε χρόνος και η βάρκα να παρασύρθηκε, γιατί η Βασίλισσα Μπαμπού άκουσε ξαφνικά κάποιον να φωνάζει το όνομά της. Πετάχτηκε πάνω και όταν γύρισε είδε τα Τρία Γουρουνάκια, τη Ρούμπι και μερικά ακόμα οικεία πρόσωπα. Ήταν όλοι τόσο χαρούμενοι που ξαναβρίσκονταν. Συμφώνησαν να διηγηθούν τις περιπέτειές τους στο δρόμο, αλλά προς το παρόν, έπρεπε να συνεχίσουν. Έπρεπε να βρουν τους φίλους τους.