Fairy Tales for a Fairer World

Contes de fées pour un monde meilleur - Cuentos de Hadas para un mundo más justo

In the Storybook, classic characters take on new adventures in the setting of traditional fairy tales from around the world, whilehighlighting issues such as climate change, epidemics, displacement, and inequality

Chap-7_The_lamp.png

Όχι μόνο η πόλη του Γέρο-Ντιν ήταν η πιο μακρινή, αλλά είχε αντιμετωπίσει και προβλήματα με το ιπτάμενο μπαούλο του. Δεν χρειάζεται βέβαια να πούμε ότι είχε στη διάθεσή του πολύ χρόνο για να αναλογιστεί τη ζωή του όσο πετούσε μόνος πάνω από τις πόλεις: ο Γέρο-Ντιν είχε γεννηθεί φτωχός. Όταν ήταν μικρός ήθελε να ζήσει πλούσια ζωή, ωστόσο δεν ήταν πρόθυμος να δουλέψει γι’ αυτό. Μια μέρα, ένας κακός μάγος, ένας κατεργάρης, πήγε τον Γέρο-Ντιν σε ένα άνοιγμα  στο έδαφος και του ζήτησε να πιάσει ένα λυχνάρι μέσα από την τρύπα. Ο Γέρο-Ντιν το έκανε, αλλά προτού να δώσει το λυχνάρι στον μάγο ή να βγει από την τρύπα, το έδαφος έκλεισε από πάνω του και παγιδεύτηκε μέσα με το λυχνάρι. Τότε ανακάλυψε το τζίνι.

Χρησιμοποιώντας το τζίνι και τις μαγικές δυνάμεις του, ο Γέρο-Ντιν επέστρεψε πλούσιος στην πόλη όπου είχε μεγαλώσει. Απέκτησε όλα όσα είχε ευχηθεί όταν ήταν παιδί: Ένα παλάτι, να γίνει πρίγκιπας, να παντρευτεί την πιο όμορφη πριγκίπισσα, και να κάθεται στο τραπέζι του βασιλιά κάθε βράδυ. Ο Γέρο-Ντιν όμως παρατήρησε μία διαφορά στις ευχές που έκανε, ανάλογα με το αν κρατούσε το λυχνάρι στα χέρια του ή το άφηνε ακουμπισμένο σε κάποιο τραπεζάκι. Όταν κρατούσε το λυχνάρι οι ευχές του ήταν εγωιστικές και λίγο κακές. Ο Γέρο-Ντιν δεν ήθελε να είναι οι ευχές του εγωκεντρικές και σκληρές, κι έτσι έβαλε το λυχνάρι σε ένα γυάλινο κουτί και υποσχέθηκε να το μεταφέρει στην επόμενη γενιά με τον ίδιο τρόπο. Ο Γέρο-Ντιν γινόταν όλο και πιο πλούσιος, αλλά φρόντιζε να πλουτίζει και η κοινότητα γύρω του. Η οικονομία της πόλης άνθιζε και οι άνθρωποί της ευημερούσαν με αυτό τον τρόπο.

Μερικά χρόνια αργότερα, ο μάγος εντόπισε το παλάτι του Γέρο-Ντιν. Όταν η πριγκίπισσα ήταν μόνη, ο μάγος την ξεγέλασε και πήρε το λυχνάρι. Τα αποτελέσματα στην κοινωνία φάνηκαν σχεδόν αμέσως. Ο μάγος έβγαλε το λυχνάρι από το κουτί και το κρατούσε στα γυμνά του χέρια. Ο μάγος πήρε την περιουσία των άλλων. Πήρε την δύναμη τους. Πήρε την ευτυχία. Η εξουσία του απλωνόταν σε όλη τη χώρα και όλους τους ανθρώπους που την κατοικούσαν. Τον εξουσίαζε ακόμα και τον ίδιο. Ο Γέρο-Ντιν κυνήγησε τον μάγο για να καταστρέψει το λυχνάρι. Αυτό, το κατάφερε…

… Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε, μέχρι την επόμενη γενιά, όπου ο γιος του συνάντησε τον μάγο που τον πήγε σε μια τρύπα στο έδαφος για να πάρει πίσω το λυχνάρι. Ήταν η ίδια ιστορία με την προηγούμενη γενιά. Η τρύπα έκλεισε πάνω από τον γιο του Γέρο-Ντιν και τον παγίδευσε μέσα, και τότε ανακάλυψε μόνος του το τζίνι. Όπως του είχε πει ο πατέρας του, ο γιος χρησιμοποίησε το λυχνάρι με προσοχή, μέσα σε ένα γυάλινο κουτί. Μόνο όταν ο ίδιος μάγος ξεγέλασε τον γιο του Γέρο-Ντιν, πέταξε ο γιος το λυχνάρι σε μια τρύπα στο έδαφος. Αυτό επαναλαμβανόταν σε κάθε γενιά. Και ήταν αυτός ο τίτλος στο πρωτοσέλιδο που έκανε τον Γέρο-Ντιν να βγει από το Παλιό Σπίτι, ώστε να σταματήσει την επανάληψη της ιστορίας.

Ch_7_Box_1.png

Επιτέλους, ο Γέρο-Ντιν έφτανε στη χώρα του. Η κατάσταση που βρισκόταν η γη τον ανησύχησε. Το έδαφος δεν ήταν αρκετά πλούσιο για καλλιέργειες. Πολύ χειρότερα από αυτό που έδειχναν οι φωτογραφίες. Ο Γέρο-Ντιν προετοιμάστηκε ψυχολογικά για το εμβληματικό παλάτι του Νεαρού Πρίγκιπα Αλαντίν σε αντίθεση με αυτό το κατεστραμμένο τοπίο μπροστά του.

Όταν ο Γέρο-Ντιν έφτασε στο παλάτι του Αλαντίν, κάτι τρομερό είχε ήδη συμβεί. Το παλάτι δεν βρισκόταν πια εκεί.

Ο Νεαρός Πρίγκιπας Αλαντίν ακουμπούσε το πρόσωπό του στο ζεστό, ξερό και σκονισμένο έδαφος από κάτω του. Κοιμόταν κάτω από τον καυτό ήλιο έπειτα από μια ολόκληρη μέρα όπου βοσκούσε πρόβατα. Δούλευε για έναν αγρότη, κοντά στο παλάτι που ήταν κάποτε δικό του. Ο Πρίγκιπας Αλαντίν έμενε ξαπλωμένος εκεί πέρα και ένιωθε απελπισμένος, δεν ήθελε να σηκωθεί. Ήταν αδύναμος και είχε μέρες να φάει. Ξαφνικά κάποιος άρχισε να τον ταρακουνάει δυνατά.

«Παππού! Πώς βρέθηκες εδώ;» ρώτησε.

«Ήρθα για να σταματήσω αυτή την κατάσταση, Πρίγκιπα Αλαντίν… να σταματήσω το χάσμα που μεγαλώνει ανάμεσα στα πλούτη σου και την τρομερή φτώχεια των υπολοίπων, αλλά περίμενα να σε βρω να παίζεις στο πλούσιο γκαζόν σου, όχι να κοιμάσαι στο χώμα. Πού είναι το λυχνάρι;» ρώτησε ο Γέρο-Ντιν, δείχνοντας το άρθρο στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας που είχε κρατήσει στην τσέπη του.

«Το λυχνάρι; Εννοείς την σαλτσιέρα; Την πούλησα. Πούλησα ό, τι είχα εκτός από το παλάτι και ένα κατοικίδιο λιοντάρι» είπε ο Πρίγκιπας Αλαντίν.

«Πούλησες το λυχνάρι;»

Ο Πρίγκιπας Αλαντίν δεν καταλάβαινε το περιφρονητικό βλέμμα του Γέρο-Ντιν, ούτε καταλάβαινε τι εννοούσε όταν έλεγε «λυχνάρι». Ο Πρίγκιπας Αλαντίν εξήγησε. «Ξόδεψα και το τελευταίο πενηνταράκι από όσα κληρονόμησα από τον πλούσιο πατέρα μου. Τα ξόδεψα αγοράζοντας σπίτια και γη, αντικείμενα, στον τζόγο και για να αγοράσω ένα κατοικίδιο λιοντάρι που μπορούσε να κάνει κόλπα κι έτσι να μου εξασφαλίσει περισσότερα χρήματα. Δεν πίστευα ποτέ ότι τα λεφτά θα τελείωναν, αλλά έτσι έγινε. Και τότε, βρισκόμουν σε τέτοια απελπισία που για να ζήσω έπρεπε να πουλήσω όλα μου τα υπάρχοντα. Δυστυχώς, αυτά περιλάμβαναν και την σαλτσιέρα που μου είχε δώσει ο Πατέρας μέσα σε ένα γυάλινο κουτί. Μου είχε πει να μην τη βγάλω ποτέ από το γυάλινο κουτί και να την χρησιμοποιήσω σοφά. Μα πώς μπορώ να την χρησιμοποιήσω αν δεν την βγάλω από το κουτί; Δεν με πείραζε, ωστόσο. Δεν μου αρέσουν οι σάλτσες έτσι κι αλλιώς. Έβαλα το γυάλινο κουτί στο τελευταίο συρτάρι μου και δεν το ξανα έβγαλα από κει μέχρι τη μέρα που το πούλησα έτσι ακριβώς όπως το βρήκα. Μόλις το πούλησα συνέβη το πιο παράξενο πράγμα. Το παλάτι μου εξαφανίστηκε, το ίδιο και το λιοντάρι μου, που ήταν η μοναδική πηγή χρημάτων για μένα».

Ch_7_Box_2.png

Ο Γέρο-Ντιν δεν πίστευε στ’ αυτιά του. Πρόφερε την κάθε λέξη αργά και αποφασιστικά. «Εννοείς ότι δεν ξέρεις για το τζίνι που ζει μέσα στο λυχνάρι – την σαλτσιέρα σου – και εκπληρώνει ευχές;»

Ο Πρίγκιπας Αλαντίν ξέσπασε σε γέλια.

Αν υπήρχε χρόνος, ο Γέρο-Ντιν θα αναστέναζε βαθιά.

«Σε ποιον το πούλησες;» ρώτησε ο Γέρο-Ντιν.

«Πούλησα όλα τα υπάρχοντά μου ηλεκτρονικά. Όταν κάποιος έδειχνε ενδιαφέρον και έστελνε χρήματα, έστελνα ό, τι είχαν αγοράσει στη διεύθυνσή τους».

Οι εφημερίδες έκαναν τον κόσμο να πιστέψει πως ο Πρίγκιπας Αλαντίν είχε στην κατοχή του το λυχνάρι και κατά συνέπεια κατάκλεβε από τους άλλους κάθε μέσο που είχαν για να επιβιώσουν. Κάποιος άλλος το είχε όμως και ο Γέρο-Ντιν ήξερε ακριβώς ποιος είχε ξεγελάσει τον Πρίγκιπα Αλαντίν και το είχε πάρει. Ο Γέρο-Ντιν έφυγε βιαστικά, με τον μπερδεμένο Πρίγκιπα να τον ακολουθεί.

Οκτώ ταξιδιώτες βρίσκονταν στον δρόμο, αλλά δεν ήταν οι αρχικοί οκτώ που ξεκίνησαν το ταξίδι, εκτός από τη Βασίλισσα Μπαμπού. Οι υπόλοιποι ήταν τα γεμάτα ενέργεια και ενθουσιασμό Τρία Γουρουνάκια, η Ρούμπι, το Ελεφαντάκι, ο Καντίν και η Πριγκίπισσα Μπαμπού. Τους οδηγούσε ο Αρουραίος Ήρωας και η εφαρμογή πλοήγησης της Πριγκίπισσας του Μπαμπού. Ο Καντίν ρώτησε τα κουρασμένα Τρία Γουρουνάκια αν ήθελαν να τους πάρει στην πλάτη του, κι έτσι σκαρφάλωσαν όλοι τους. Προχώρησαν για κάποια μίλια σιωπηλοί, προτού συναντήσουν τον Γέρο-Ντιν και τον πρίγκιπα Αλαντίν, που βρίσκονταν και οι δυο πάνω στο ιπτάμενο μπαούλο και κατευθύνονταν προς το μέρος τους, σκίζοντας τον αέρα.

Το μπαούλο σταμάτησε μερικά εκατοστά από τα μάτια του Μικρού Ελέφαντα, που αναγκάστηκε να αλληθωρίσει όταν το μπαούλο σχεδόν ακούμπησε τις βλεφαρίδες του. Το βλέμμα του Πρίγκιπα Αλαντίν συνάντησε αυτό της Πριγκίπισσας Μπαμπού. Ο Πρίγκιπας Αλαντίν τράβηξε στο πλάι τη μακριά του φράντζα και η Πριγκίπισσα του Μπαμπού στριφογύρισε μια μακριά τούφα από τα μαλλιά της στο δάχτυλό της. Το πρόσεξαν όλοι.

«Ο Πρίγκιπας Αλαντίν πούλησε το λυχνάρι!» είπε απότομα ο Γέρο-Ντιν.

«Τι έκανε;» ρώτησε το Γουρουνάκι Τυφλοπόντικας.

Το Γουρουνάκι του Νερού είπε, «Μα, αν δεν έχει ο Πρίγκιπας Αλαντίν το λυχνάρι, τότε ποιος το έχει;»

«Όποιος κι αν είναι, πρέπει να τον βρούμε και να καταστρέψουμε το λυχνάρι», είπε ο Γέρο-Ντιν.

Όλοι δέχτηκαν να αναλάβουν αυτό το καθήκον χωρίς ερωτήσεις και ξεκίνησαν ακολουθώντας το ιπτάμενο μπαούλο, επαναλαμβάνοντας κάθε τόσο: «Να βρούμε το λυχνάρι, να βρούμε το λυχνάρι».

Ο Αρουραίος Ήρωας οδηγούσε την ομάδα έξω από την πόλη, ανεβοκατεβαίνοντας τους αμμόλοφους. Το ιπτάμενο μπαούλο βρισκόταν πίσω από την ουρά του Αρουραίου και όλοι οι άλλοι ακολουθούσαν. Η Ρούμπι είχε μείνει πίσω, λαχανιασμένη, αλλά αποφασισμένη να ακολουθήσει.

Η Πριγκίπισσα του Μπαμπού είπε στην Ρούμπι, «Ήσουν πολύ γενναία που συνέχισες να ψάχνεις την Κοκκινούλα στο δάσος μετά την έκρηξη της νάρκης».

«Η Κοκκινούλα κινδυνεύει περισσότερο από μένα. Εκτός αυτού, είχαμε έναν Αρουραίο Ήρωα να μας οδηγεί».

«Ακόμα αναρωτιέμαι ποιος πάτησε εκείνη τη νάρκη στο δάσος», είπε η Πριγκίπισσα Μπαμπού.

«Δεν ξέρω, αλλά αν έχει επιστρέψει ο λύκος θέλω να ελπίζω πως ήταν αυτός», είπε η Ρούμπι.

Το τοπίο άλλαξε και οι αμμόλοφοι μετατράπηκαν σε βραχώδες έδαφος. Σ’ εκείνο το σημείο το ιπτάμενο μπαούλο άρχισε να τινάζεται και να κολλάει προτού σταματήσει εντελώς. Δεν δεχόταν να προχωρήσει άλλο. Ο Γέρο-Ντιν είπε, «Όχι πάλι! Δεν έχει σταματήσει να μου δημιουργεί προβλήματα! Τέλος πάντων, πρέπει να συνεχίσουμε». Ο Γέρο-Ντιν πήδηξε από το μπαούλο.

«Δεν μπορείς να περπατήσεις, Γέρο-Ντιν! Τα πνευμόνια σου!» είπε η Βασίλισσα Μπαμπού.

«Εντάξει είμαι, είμαστε αρκετά κοντά. Πάμε!» Ο Γέρο-Ντιν πήρε δίπλα του τη φιάλη οξυγόνου του και προχώρησε μπροστά. Ξαφνικά σταμάτησε και σήκωσε το δεξί του χέρι, κάνοντας νόημα στους άλλους να σταματήσουν πίσω του. Ήταν η τέλεια δικαιολογία για την Ρούμπι, ώστε να ξελαχανιάσει. Προσπαθούσε να αναπνεύσει ήρεμα δίπλα στα ζωηρά πιτσιρίκια, αλλά δεν μπορούσε να κρύψει το πόσο γρήγορα ανάσαινε Η Ρούμπι – μαζί με όλους τους άλλους – κοίταξε μπροστά. Δεν υπήρχαν λέξεις, δεν μπορούσαν να πουν τίποτα.

Στέκονταν στην άκρη μιας τεράστιας χαράδρας. Στην άλλη πλευρά της χαράδρας βρισκόταν ένας κρατήρας. Έμοιαζε λες και κάποιος πλανήτης είχε πέσει από το ηλιακό σύστημα και είχε προσγειωθεί ακριβώς μπροστά τους, αφήνοντας ένα τεράστιο και τέλεια στρογγυλό βαθούλωμα στη γη.

«Τι είναι αυτό που βλέπουμε;» ρώτησε ο Πρίγκιπας Αλαντίν.

Ο Γέρο-Ντιν απάντησε «Μπροστά μας βρίσκεται το χάσμα στο έδαφος όπου για πρώτη φορά βρήκα το λυχνάρι και όπου πίστευα ότι το είχα καταστρέψει».

Ο Καντίν κοίταξε με τα κιάλια. Είπε, «Υπάρχει ένα κλουβί με… δεν είναι δυνατόν!» Ο Καντίν κοίταξε πάνω από τα κιάλια του κι έπειτα ξανά μέσα από αυτά, «Ο Προβοσκίδας!»

Το Ελεφαντάκι άρχισε να τινάζει τα αυτιά του μανιασμένα. «Και ένα δεύτερο κλουβί με ένα λιοντάρι!»

«Αυτό είναι το λιοντάρι μου!» είπε ο Πρίγκιπας Αλαντίν.

«Υπάρχει άλλο ένα κλουβί με… Αχ, όχι! Τα γουρουνάκια!»

Η Ρούμπι ξέσπασε, «Και η Κοκκινούλα μου;»

Ο Καντίν κοίταξε κι άλλο και κούνησε το κεφάλι του. Τίποτα. Η Ρούμπι δάκρυσε.

«Μισό λεπτό…Υπάρχει μια σπηλιά στον βράχο με ένα φως να τρεμοπαίζει μέσα. Το μόνο που μπορώ να δω είναι η μεγάλη σκιά κάποιου στον τοίχο. Σηκώνεται!»