Fairy Tales for a Fairer World

CONTES DE FÉES POUR UN MONDE MEILLEUR - CUENTOS DE HADAS PARA UN MUNDO MÁS JUSTO - 讲述童话故事 创造一个 更公平的世界 - كان يا ما كان في أفضل الأزمان - СКАЗКИ ДЛЯ ЛУЧШЕГО МИРА - ΠΑΙΔΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΔΙΚΑΙΟΤΕΡΟ ΚΟΣΜΟ - BAŚNIE I DZIWY BY ŚWIAT BYŁ SPRAWIEDLIWY

In the Storybook, classic characters take on new adventures in the setting of traditional fairy tales from around the world, whilehighlighting issues such as climate change, epidemics, displacement, and inequality

Chap-8_The_shadow.png

HΓιαγιά Ρόουζ ένιωθε πιο υγιής και δυνατή, κι έτσι η Ρουμπίνη αποφάσισε πως είχε έρθει η ώρα να πάει εκεί που την χρειάζονταν περισσότερο: στην πατρίδα του Αλαντίν. Τριγυρνούσε στις πολύβουες αραβικές αγορές όταν κάποιος την ακούμπησε στον ώμο. Προς μεγάλη της έκπληξη ήταν ο αγαπημένος της Κουέλιν, που είχε έρθει κατευθείαν από το νησί Μπρούχο με τη σχεδία του. «Από όλα τα μέρη στην πατρίδα του Γέρο-Ντιν ήξερα ότι θα σε έβρισκα να ψωνίζεις», είπε ο Κουέλιν. Γέλασαν και μετά ξεκίνησαν μαζί για να προλάβουν τους υπόλοιπους. Ο Κουέλιν ανυπομονούσε να διηγηθεί στη Ρουμπίνη πώς έσωσε τα κορίτσια από τον πύργο και ότι είχε επιστρέψει την Σακίν με ασφάλεια στο σπίτι της.

Ο Γέρο-Ντιν και οι υπόλοιποι στέκονταν στην άκρη της χαράδρας. «Δεν μπορούμε να περάσουμε απέναντι. Το άνοιγμα είναι πολύ μεγάλο» είπε ο Γέρο-Ντιν.

«Χμ-χμ» ακούστηκε μια φωνή πίσω τους.

Στράφηκαν όλοι και είδαν τη Ρουμπίνη και τον Κουέλιν. «Ξεκινήσαμε αυτό το ταξίδι μαζί σας και ήρθαμε να το τελειώσουμε μαζί σας» είπε η Ρουμπίνη. «Η Ραπουνζέλ μου έδωσε ένα δώρο πριν φύγουμε από το Παλιό Σπίτι και τώρα ήρθε η ώρα να το χρησιμοποιήσουμε». Λέγοντας αυτά, έβγαλε το κόκκινο σκουφάκι της, τράβηξε τα τσιμπιδάκια από το κεφάλι της και ξεδίπλωσε την μακριά πλεξούδα της Ραπουνζέλ. Ζητωκραύγασαν όλοι. Τώρα μπορούσαν να περάσουν απέναντι.

Ο Καντίν στριφογύρισε την πλεξούδα τρεις φορές στον αέρα πάνω από το κεφάλι του και με όλη του τη δύναμη τίναξε την πλεξούδα πάνω από το κενό, κι εκείνη πιάστηκε σε έναν κομμένο κορμό δέντρου στην άλλη πλευρά. Στη συνέχεια την χρησιμοποίησαν σαν σκοινί ισορροπίας, δένοντας την άλλη άκρη, στη δική τους πλευρά, γύρω από έναν βράχο. Ο Καντίν είπε, «Πρέπει να περάσουμε ένας-ένας και μετά να κρυφτούμε πίσω από αυτά τα βράχια». Είπε τότε σε όλους τους ηλικιωμένους: «Αν μπορέσετε να αποσπάσετε την προσοχή του κακού, οι υπόλοιποι μπορούμε να έρθουμε από πίσω και να τον πιάσουμε».

Κανείς δεν μπορούσε να σκεφτεί κάποια καλύτερη ιδέα, κι έτσι συμφώνησαν. Ένας-ένας, κρατούσαν την ισορροπία τους καθώς περνούσαν πάνω από τη χαράδρα πατώντας στα μαλλιά της Ραπουνζέλ.

Ο Καντίν ήταν ο πρώτος της ομάδας των νεότερων. Όταν πλησίασε στην άλλη πλευρά, άρχισε να ακούει κάποιον να σφυρίζει μέσα στη σπηλιά. Ήταν μια γλυκιά, χαρούμενη μελωδία. Και οι άλλοι άρχιζαν να την ακούν καθώς πλησίαζαν. Η σκιά σηκώθηκε και το μέγεθός της ήταν τεράστιο.

«Μήπως είναι ο περίφημος μάγος;» αναρωτήθηκε μεγαλόφωνα ο Πρίγκιπας Αλαντίν.

Η σκιά γλίστρησε κατά μήκος του τοίχου της σπηλιάς προς την έξοδο, μέχρι που στάθηκε στο φως της ημέρας. Είχε ένα ξύλινο πόδι, ένα καλάθι και πίσω του έσερνε προς τα έξω ένα κασόνι με κόκαλα.

«Δεν είναι ο μάγος. Είναι ο Μπρούχο!» είπε ο Καντίν, τρομοκρατημένος και μπερδεμένος.

Η Πριγκίπισσα του Μπαμπού είπε, «Το πόδι του! Αυτός πάτησε τη νάρκη».

«Δε βγάζει νόημα αυτό» είπε ο Καντίν. «Για ποιο λόγο να τριγυρνάει στο Κόκκινο Δάσος;»

Είδαν τον Μπρούχο να βάζει το χέρι του μέσα στο πόντσο του και να βγάζει το λυχνάρι. Δεν βρισκόταν μέσα στο γυάλινο κουτί όπως θα έπρεπε. Ο Μπρούχο άρχισε να τρίβει το λυχνάρι, ενώ του ψιθύριζε κάτι. Το τζίνι βγήκε από το στόμιο του λυχναριού και στη συνέχεια καπνός άρχισε να σχηματίζεται και να απλώνεται γύρω από τον Μπρούχο, πύκνωσε, και έκρυψε τον Μπρούχο από τα μάτια τους.

ΠΑΦ!

Ο καπνός τινάχτηκε και εξατμίστηκε και εκεί που βρισκόταν ο Μπρούχο στεκόταν μια μεταμορφωμένη Κοκκινοσκουφίτσα. Ο Καντίν και οι άλλοι βρίσκονταν σε κατάσταση σοκ. Μπορούσε το λυχνάρι να μεταμορφώνει τον Μπρούχο σε Κοκκινούλα; Κι αν ναι, γιατί ήθελε ο Μπρούχο να μεταμορφωθεί στην αθώα Κοκκινούλα; Συνέχισαν να κοιτάζουν.

Η Κοκκινούλα χοροπήδησε κουτσαίνοντας στο ξύλινο πόδι της προς τον κρατήρα, ενώ τραγουδούσε χαρούμενα. Ακούμπησε κάτω το καλάθι της, δίπλα στο κλουβί όπου ήταν κλειδωμένος ο Προβοσκίδας. Κοίταξε το τζίνι. «Εντάξει!

Είμαι έτοιμη!» είπε.

Το τζίνι αναστέναξε και είπε, «Όπως θέλεις». Κι έπειτα μίλησε ξανά, με σοβαρότητα, «Με το ξόρκι τούτο που θα κάνεις, και την ευχή που επιλέγεις, η τελευταία ανάσα ζωής θα έρθει όταν αφαιρέσεις κάθε ανθρώπινη ανάγκη». Το τζίνι σώπασε για λίγο. «Τώρα λοιπόν, Κοκκινούλα, συνδύασε ένα σύμβολο όλων των ανθρώπινων αναγκών που έχεις συγκεντρώσει στον κρατήρα, σύμφωνα με τη λίστα των συστατικών που σου έδωσα».

«Και τότε ο πλανήτης θα καταστραφεί;» ρώτησε χαιρέκακα η Κοκκινούλα.

«Ναι, και όλοι όσοι βρίσκονται σ’ αυτόν, εκτός από σένα. Ο κόσμος θα είναι δικός σου».

Η Κοκκινούλα έτριψε τα χέρια της με ενθουσιασμό. Άνοιξε το καλάθι της και άρχισε να βγάζει μία-μία κάθε ανθρώπινη ανάγκη για την επιβίωση που είχε συγκεντρώσει.

«Μια αποικία μελισσών…Χωρίς μέλισσες δεν έχει επικονίαση. Και χωρίς επικονίαση, δεν έχει φαγητό». Η Κοκκινούλα έβγαλε την κυψέλη που είχε πάρει από το σπιτάκι του Γουρουνιού των Δέντρων.

«Έγινε». Έριξε την κυψέλη στην τρύπα.

«Γόνιμο χώμα» είπε η Κοκκινούλα, συνεχίζοντας να διαβάζει τον κατάλογο με τις ανθρώπινες ανάγκες. Έπιασε μια χούφτα από την ξερή σκόνη που δεν είχε δεχτεί βροχή εδώ και μέρες και την έριξε.

«Κατοικίες». Προχώρησε προς τα γουρουνάκια. Εκείνα τσίριζαν όσο τα πλησίαζε. Η Κοκκινούλα δεν κατάφερνε να τα αρπάξει καθώς στριφογύριζαν κι έτσι αποφάσισε να τα αφήσει τελευταία και προχώρησε στο επόμενο στοιχείο του καταλόγου της.

«Κλιματική σταθερότητα». Η Κοκκινούλα έσπρωξε το κασόνι στην άκρη της χαράδρας, άνοιξε το καπάκι και έριξε στο μείγμα όλα τα κόκαλα που είχε μαζέψει.

«Χρειάστηκε μια μεγάλη πλημμύρα για να πνιγούν όλοι στο Νησί των Γλάρων».

«Εκπαίδευση». Έριξε μια βιβλιοθήκη καμένων βιβλίων φυσικής.

«Καθαρός αέρας». Το λυχνάρι βρισκόταν στο έδαφος μπροστά της.

Απλώνοντας το χέρι της για να το χαϊδέψει, είπε «Τζίνι, τζίνι που βρίσκεσαι στη γη, βγάλε καπνό, η πλάση να πνιγεί». Το τζίνι βγήκε από το λυχνάρι και δημιούργησε τόση ατμοσφαιρική μόλυνση που τα μάτια της άρχισαν να δακρύζουν. Η Κοκκινούλα και τα ζώα στα κλουβιά άρχισαν να βήχουν ασταμάτητα.

«Τέλος, εισόδημα». Η Κοκκινούλα κοίταξε το λιοντάρι και στη συνέχεια τους χαυλιόδοντες του Προβοσκίδα. Η Κοκκινούλα είπε στο λιοντάρι και τον Προβοσκίδα, «Τώρα ήρθε η ώρα να ρίξουμε μέσα εσάς τους δυο και τα γουρούνια… Τζίνι…Χρειάζομαι τη βοήθειά σου εδώ!» φώναξε.

Ο Γέρο-Ντιν ήταν ο τελευταίος από τους ηλικιωμένους που αγκομαχούσαν όσο διέσχιζε τη χαράδρα πάνω στα μαλλιά της Ραπουνζέλ. Οι άλλοι βρίσκονταν στην άλλη πλευρά περιμένοντας με αγωνία και τον ενθάρρυναν. Ήταν ελάχιστα μακριά από το να φτάσει κοντά τους όταν άρχισε να βήχει από τη μόλυνση που αυξανόταν. Ο Γέρο-Ντιν προσπάθησε να καλύψει το θόρυβο του βήχα του. Ταλαντεύτηκε λιγάκι. «Μην κοιτάζεις κάτω», του είπε η Ρούμπι ψιθυριστά αλλά πανικόβλητη.

«Γρήγορα, πέταξέ μου τη φιάλη οξυγόνου σου», είπε ο Κουέλιν.

Ο Γέρο-Ντιν πέταξε τη φιάλη, που θα είχε προσγειωθεί ακριβώς στα χέρια του Κουέλιν αν δεν ήταν τόσο μύωπας, αλλά τελικά χτύπησε στον βράχο με έναν δυνατό θόρυβο.

ΚΛΙΝΓΚ ΚΛΑΝΓΚ ΜΠΑΝΓΚ

Η Κοκκινούλα γύρισε απότομα το κεφάλι της με το αυτί της στραμμένο προς τον ήχο. «Τι ήταν αυτό;»

Οι ηλικιωμένοι πάγωσαν. Ο Γέρο-Ντιν κρατήθηκε από την κοτσίδα. Τα χέρια και τα πόδια του άρχισαν να τρέμουν.

«Τι έχουμε εδώ; Κάτι ηλικιωμένους που προσπαθούν να σώσουν τους φίλους τους από τον θάνατο;» Η Κοκκινούλα γέλασε, και σαν αστραπή έκοψε την κοτσίδα με έναν σουγιά. Αμέσως, ο Γέρο-Ντιν χάθηκε από τα μάτια τους, μέσα στη χαράδρα.

«ΌΧΙΙΙΙΙΙΙΙ!» φώναξε ο Πρίγκιπας Αλαντίν πίσω από έναν βράχο.

Η Κοκκινούλα γύρισε από την άλλη. «Κι άλλοι;» γρύλισε. «Φυλάκισέ τους όλους» διέταξε το τζίνι.

Ο Πρίγκιπας Αλαντίν έτρεξε στην φιάλη οξυγόνου του Γέρο-Ντιν, την άνοιξε σπάζοντάς την σε έναν βράχο και την έσπρωξε στο έδαφος προς το μέρος του λυχναριού που έβγαζε καπνό. Η φιάλη σταμάτησε ακριβώς μπροστά στο λυχνάρι απελευθερώνοντας περισσότερο οξυγόνο  απ’ όσος ήταν ο καπνός. Αμέσως, ο καπνός άρχισε να διαλύεται.

Η Κοκκινούλα ήταν τώρα πιο κόκκινη από ποτέ. Ο θυμός της ήταν πιο επικίνδυνος κι από πυρκαγιά σε δάσος που δεν έσβησε αμέσως. Οι άλλοι ήξεραν ότι έπρεπε να κινηθούν γρήγορα.

Η Πριγκίπισσα Μπαμπού έσφιξε τον τυχερό της βλαστό από μπαμπού, στριφογυρνώντας τον πάνω από το κεφάλι της σαν σπαθί σαμουράι. Ήταν μια κίνηση που είχε μάθει σε κάποιο από τα βιβλία της. Και στη συνέχεια με ένα χτύπημα, έκανε την Κοκκινούλα να πέσει με τα μούτρα στο έδαφος. Ο Πρίγκιπας Αλαντίν εντυπωσιάστηκε πολύ.

Εν τω μεταξύ, το Γουρουνάκι των Δέντρων έτρεξε στην κυψέλη με τις μέλισσες που πέθαιναν. «Και οι δικές τους ζωές μετράνε!» φώναξε. Το Γουρουνάκι των Δέντρων προσπάθησε να μαζέψει την κυψέλη με τις χτυπημένες μέλισσες, ενώ τα άλλα δύο γουρουνάκια προσπάθησαν να ελευθερώσουν τα ηλικιωμένα γουρουνάκια, αλλά η Κοκκινούλα ήταν πολύ γρήγορη. «Τζίνι, ρίξε αυτά τα γουρουνάκια στο κλουβί και ρίξε τα όλα στο μείγμα!»

Ο καπνός άρχισε να φουσκώνει βγαίνοντας από το λυχνάρι. Και τότε το τζίνι άρχισε να σπρώχνει τα κλουβιά του Προβοσκίδα και του λιονταριού προς το καζάνι που έβραζε.

Ο Καντίν κρυβόταν ακόμα πίσω από έναν βράχο και τα παρακολουθούσε όλα. Έτρεμε. Ήθελε να παραμείνει κρυμμένος ή να το σκάσει. Ήταν ο ίδιος φόβος που ένιωθε και όταν η Πινκόγια ήθελε να τον πάει στο Νησί Μπρούχο να βρει την αδελφή του. Ήξερε πώς είχε μέσα του το θάρρος για να το κάνει. Έπρεπε απλώς να κάνει το πρώτο βήμα, και αυτό έκανε. Έτρεξε να σταματήσει τα δυο κλουβιά, να μην πέσουν μέσα, αλλά αυτά τον έσπρωχναν όλο και πιο κοντά στον κρατήρα.

«Τι κάνεις εκεί, Καντίν; Φύγε!» φώναξε ο Κουέλιν.

Η Κοκκινούλα γέλασε με κακία. «Έτσι μπράβο, τζίνι. Λίγο ακόμα».

Το Ελεφαντάκι έτρεξε μπροστά και φώναξε, «ΦΤΑΝΕΙ!» Άπλωσε τη μικρή του προβοσκίδα, σήκωσε ψηλά το λυχνάρι και το πέταξε στο μείγμα που έβραζε. Σταμάτησαν όλοι! Ακούγονταν οι φυσαλίδες που έσκαγαν, θόρυβοι από σπίθες και βουητά από το μείγμα. Έπειτα υπήρξε μια στιγμή σιωπής πριν από την έκρηξη. Ένα κοσμικό σύννεφο σαν μανιτάρι πετάχτηκε επάνω, πάγωσε στην κορυφή και στη συνέχεια απορροφήθηκε πίσω στον κρατήρα. Τράβηξε μέσα και το τζίνι στο κενό.

Οι πάντες, νέοι και γέροι, κάθισαν στην άκρη της χαράδρας, κοιτώντας τους αμμόλοφους της Αραβίας που απλώνονταν μπροστά τους. Η Πριγκίπισσα Μπαμπού σκούντησε τον Πρίγκιπα Αλαντίν και έδειξε τον ουρανό. Ήταν ο Γέρο-Ντιν που πετούσε προς το μέρος τους πάνω στο μπαούλο του. Ο Πρίγκιπας Αλαντίν έτρεξε προς το μέρος του. Προτού προλάβει να προσγειωθεί ο Γέρο-Ντιν, ο Αλαντίν ξεφώνιζε τα καλά νέα. «Το λυχνάρι καταστράφηκε!» Ο Γέρο-Ντιν ύψωσε τη γροθιά του στον αέρα, «Ναι!»

Η Κοκκινούλα έκρυψε το κεφάλι της στα χέρια της. «Πώς μπόρεσα να γίνω τόσο καταστροφική; Όλα ξεκίνησαν όταν πήγα να αγοράσω ένα δώρο για την Γιαγιά Ρόουζ. Η γιαγιά λατρεύει τις σάλτσες με το φαγητό της. Όταν είδα μια αγγελία για μια σαλτσιέρα στο διαδίκτυο, δεν μπόρεσα να αντισταθώ. Το αγόρασα και πήγα να το παραλάβω στο ταχυδρομείο. Ήταν μέσα σε ένα πανέμορφο γυάλινο κουτί. Με είχε μαγέψει. Στο δρόμο για το σπίτι της γιαγιάς μου, έβγαλα τη σαλτσιέρα από το κουτί και την έτριψα για να την γυαλίσω λίγο και – » Οι υπόλοιποι κρέμονταν από τα χείλη της Κοκκινούλας. « - και αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι».

Ο Γέρο-Ντιν είπε, «Αυτή είναι δυστυχώς η κατάρα του λυχναριού. Με το που το κρατάει κάποιος στα χέρια του, τον καταλαμβάνουν εγωιστικές και απαίσιες επιθυμίες. Αυτό είναι το μόνο που χρειάζεται, και γι’ αυτό το λόγο ο Πρίγκιπας Αλαντίν το έλαβε μέσα στο γυάλινο κουτί».

Ο Πρίγκιπας Αλαντίν είπε, «Αχ, ήμουν τόσο ανόητος. Ο πατέρας μου ήταν πολύ άρρωστος όταν μου έδωσε αυτό το λυχνάρι. Τις τελευταίες στιγμές του το μυαλό του δεν λειτουργούσε σωστά και πάλευε για να πει κάποιες προτάσεις. Είπε πως το λυχνάρι ήταν ένα ισχυρό εργαλείο, αλλά πρέπει να το χρησιμοποιήσει κανείς σωστά, πως έπρεπε να βρίσκεται μέσα στο γυάλινο κουτί προκειμένου να ωφελούνται όλοι από αυτό. Νόμιζα πως είχε χάσει το μυαλό του επειδή πάντα πίστευα πως ήταν σαλτσιέρα. Ο Πρίγκιπας Αλαντίν σκέφτηκε, κι έπειτα είπε: «Τίποτα κακό δεν συνέβη υπό την εξουσία μου επειδή δεν το έβγαλα ποτέ από το προστατευτικό κουτί. Τίποτα καλό δεν έγινε επίσης, εξαιτίας της άγνοιάς μου».

Η Βασίλισσα Μπαμπού πρόσθεσε, «Και η Κοκκινούλα, που την κατέλαβαν οι μοχθηρές δυνάμεις του λυχναριού όταν το άγγιξε, χρησιμοποίησε το τζίνι για να μεταμορφωθεί στους διάφορους κακούς ώστε να ξεκάνει το έθνος και να γίνει πράγματι ηγέτης του κόσμου. Άρα, ο θρύλος ήταν αληθινός. Το λυχνάρι σίγουρα επαναστάτησε. Αυτό έφταιγε για όλη την καταστροφή».

Όλοι είχαν πέσει σε βαθιά περίσκεψη, καθώς τα επεξεργάζονταν όλα αυτά. Για πολλή ώρα δεν μιλούσε κανείς.

Τα έξι γουρουνάκια έβαλαν την κυψέλη στο δέντρο που έριχνε τα κλαδιά του από πάνω τους. «Τώρα μπορείτε να ζήσετε ελεύθερα, χωρίς κανένα φόβο, μελισσούλες» είπε το Γουρουνάκι των Δέντρων.

Το Σοφό Γουρουνάκι στριφογύριζε τις τρίχες στο πιγούνι του προτού αρχίσει να μιλάει σε όλους, «Πριν από μερικές μέρες ξεκινήσαμε με μια αποστολή. Αποφασίσαμε πως είχαμε δει αρκετές καταστροφές στην εποχή μας, που έφταναν ως το σήμερα. Γνωρίζαμε πως αν θέλαμε να δουν καλύτερες μέρες τα δισέγγονα και τα τρισέγγονά μας θα έπρεπε να κάνουμε κάτι γι’ αυτό τώρα, διότι η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται απλώς, χειροτερεύει. Σε αυτό το ταξίδι, είδαμε και συναντήσαμε πιο τρομακτικές περιπέτειες απ’ όσο περιμέναμε. Τα περισσότερα από τα σχέδιά μας απέτυχαν και συχνά θέλαμε να τα παρατήσουμε. Όταν εμείς οι ηλικιωμένοι αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε μαζί, πιστεύαμε πως ήμασταν οι ήρωες.

Ch_8_Box_1.png

Ερχόμασταν να σώσουμε τις νεαρές ζωές, τις μελλοντικές γενιές. Κι ενώ ερχόμασταν για να σας σώσουμε», το Σοφό Γουρουνάκι κοίταξε όλα τα νεαρά δισέγγονα, «καταλήξατε να μας σώσετε».

Όλοι οι ηλικιωμένοι ξέσπασαν σε χειροκροτήματα και κραυγές χαράς. Η μάχη είχε τελειώσει. Το κακό λυχνάρι είχε καταστραφεί και όλοι ήταν ασφαλείς. Όσο γιόρταζαν τη νίκη τους, ο Προβοσκίδας και το Ελεφαντάκι έστρεψαν το πρόσωπό τους προς τον ουρανό και άρχισαν να τραγουδούν στη δική τους γλώσσα. Οι άλλοι δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι έλεγαν. Σε μία στιγμή, τα σύννεφα εμφανίστηκαν.

Απλώθηκε σκοτάδι. Και η πρώτη σταγόνα της βροχής έπεσε στο χώμα. Ακολούθησε άλλη μία σταγόνα και άλλη μία, μέχρι που έβρεχε κανονικά.

Όλοι τους, νέοι και γέροι, γιόρτασαν ακόμα περισσότερο τώρα που είχε επιστρέψει η βροχή. Οι Ελέφαντες υποσχέθηκαν να μην είναι ποτέ ξανά τόσο υπεροπτικοί ώστε να πιστεύουν ότι μπορούν να ζήσουν χωρίς τη Βροχή. Πολλή βροχή πότισε το χώμα. Πολλά γέλια ακούστηκαν. Πολλά δάκρυα χαράς κύλησαν.

Η Μπάμπα Γιάγκα είπε σε όλους, «Τα καταφέραμε! Σήμερα γράψαμε ιστορία. Σήμερα είναι η αρχή ενός νέου μέλλοντος». Δεν πρόλαβε να χτυπήσει τα δάχτυλά της και το Παλιό Σπίτι ήρθε τρέχοντας προς το μέρος τους πάνω σε ποδαράκια κότας. «Το όχημά μας για το σπίτι είναι εδώ». Μπήκαν όλοι στο σπίτι για να βρεθούν με τους φίλους που τους στήριξαν και ξεκίνησαν το ταξίδι της επιστροφής για την Παλιά Πόλη.