Fairy Tales for a Fairer World

CONTES DE FÉES POUR UN MONDE MEILLEUR - CUENTOS DE HADAS PARA UN MUNDO MÁS JUSTO - 讲述童话故事 创造一个 更公平的世界 - كان يا ما كان في أفضل الأزمان - СКАЗКИ ДЛЯ ЛУЧШЕГО МИРА - ΠΑΙΔΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΔΙΚΑΙΟΤΕΡΟ ΚΟΣΜΟ - BAŚNIE I DZIWY BY ŚWIAT BYŁ SPRAWIEDLIWY

In the Storybook, classic characters take on new adventures in the setting of traditional fairy tales from around the world, whilehighlighting issues such as climate change, epidemics, displacement, and inequality

Chap-4_Little_red.png

Bαθιά στο δάσος βρισκόταν ένα μικρό ξύλινο σπιτάκι. Ήταν το σπιτάκι της γιαγιάς. Τα δέντρα που το τριγύριζαν επέτρεπαν μόνο λίγες, λεπτές ακτίνες του ήλιου να περνούν μέσα από τα κενά. Κατά τα άλλα το δάσος ήταν σκιερό και κρύο. Την Γιαγιά Ρόουζ δεν την πείραζε. Δεν είχε ζήσει πουθενά αλλού. Περνούσε τις περισσότερες μέρες μέσα στο σπιτάκι, ειδικά τώρα που έπασχε από Διαβήτη τύπου 2.

Σε μικρή απόσταση από την Γιαγιά Ρόουζ ζούσε το αγαπημένο της και μοναδικό εγγόνι, η Κοκκινοσκουφίτσα. Η Κοκκινούλα και η μητέρα της, η Ρούμπι, είχαν ζήσει όλη τους την ζωή στο ίδιο σπίτι, που παλιότερα ανήκε στην Γιαγιά Ρόουζ, όμως το τοπίο γύρω τους είχε αλλάξει δραστικά με το πέρασμα του χρόνου. Η περιοχή είχε χωριστεί στα δύο: Στο παλιό Κόκκινο Δάσος και στην πρόσφατα αναπτυγμένη Κόκκινη Πόλη. Στην Κόκκινη Πόλη είχαν κόψει το δάσος και στη θέση του βρίσκονταν ψηλά κτήρια ανάμεσα σε δρόμους που περνούσαν ο ένας πάνω από τον άλλο, φωτισμένοι όλοι με σειρές από φωτάκια. Η Κοκκινοσκουφίτσα ήταν ένα παιδί της πόλης.

Η Γιαγιά Ρόουζ βασιζόταν στην Κοκκινούλα της, που της έλουζε τα μαλλιά και της έφερνε φαγητό στο δάσος κάθε μέρα. Το φαγητό δεν ήταν πολύ υγιεινό, αλλά δεν υπήρχε και πολλές επιλογές.

Κάθε μέρα, όταν η Κοκκινούλα ετοιμαζόταν να διασχίσει το σκοτεινό δάσος, η Ρούμπι επαναλάμβανε τις ίδιες αυστηρές οδηγίες, που η Κοκκινούλα μπορούσε πλέον να πει και μόνη της: «Πρόσεχε πού πατάς. Μην βγεις από το μονοπάτι και μη σταματήσεις για να μιλήσεις σε κανέναν ξένο».

Ch_4_Box_1.png

«Μάλιστα, Ρούμπι». Η Κοκκινούλα φώναζε καμιά φορά τη μητέρα της με το μικρό της όνομα για να την πειράξει. Δεν είχαν υπάρξει ποτέ ξένοι. Οι κίνδυνοι βρίσκονταν κάτω από το έδαφος, στις νάρκες που είχαν απομείνει, εκείνες που είχαν τοποθετηθεί πριν από καιρό, όταν επικίνδυνοι λύκοι τριγύριζαν το δάσος και απειλούσαν τους ανθρώπους που ζούσαν εκεί. Από τότε που λύθηκε το πρόβλημα των λύκων, πολλές από τις νάρκες είχαν αφαιρεθεί. Ωστόσο, δεν τις είχαν βρει όλες. Αυτός ήταν ο λόγος που πολλοί ντόπιοι είχαν για κατοικίδιο κάποιον Αρουραίο Ήρωα. Οι αρουραίοι ήταν εκπαιδευμένοι να εντοπίζουν αυτά τα εκρηκτικά. Η Κοκκινούλα και η Ρούμπι ήταν δύο από τους πολλούς κατοίκους που είχαν έναν αρουραίο. Ως τώρα, είχε αποδειχτεί ο ασφαλέστερος και ο πιο αξιόπιστος τρόπος να διασχίζουν το δάσος. 

Ένα απόγευμα, όσο η Γιαγιά Ρόουζ περίμενε την Κοκκινούλα, άνοιξε ένα πακέτο καραμέλες. «Μόνο μία», είπε στον εαυτό της. Η Γιαγιά ήξερε ότι η Κοκκινούλα έπρεπε να περάσει από το ταχυδρομείο για να παραλάβει ένα πολύ σημαντικό δέμα, πράγμα που θα καθυστερούσε την άφιξή της.

Αναρωτήθηκε τι μπορεί να ήταν αυτό το πακέτο και όσο το σκεφτόταν τελείωσε όλο το πακέτο με τις καραμέλες. Έπειτα άρχισε να σκέφτεται το φαγητό που έπρεπε να φέρει η Κοκκινούλα και πείνασε ακόμη περισσότερο. Όταν όμως η Κοκκινούλα δεν χτύπησε την πόρτα, η πείνα της Γιαγιάς μετατράπηκε σε ανησυχία.

Η Ρούμπι πρόσθετε μαγειρεμένο κρέας που είχε μείνει, σε ένα τάπερ με ωμό κρέας όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν η Γιαγιά Ρόουζ, που ρωτούσε γιατί η Κοκκινούλα δεν είχε φέρει το φαγητό της. Τρομοκρατημένη, η Ρούμπι παράτησε το τηλέφωνο και έτρεξε σε όλη την πόλη ρωτώντας όλους τους γείτονες αν είχαν δει την Κοκκινούλα. Η απελπισία της όλο και μεγάλωνε και η ελπίδα της όλο και συρρικνωνόταν με κάθε χτύπημα στην πόρτα κάποιου γείτονα.

Είχαν περάσει μερικές μέρες από την εξαφάνιση της Κοκκινούλας και το μόνο σημάδι που είχε μείνει από αυτήν ήταν οι αφίσες που έγραφαν «ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ» και ήταν κολλημένες τριγύρω στην πόλη. Τις δύο πρώτες μέρες του πένθους της, η Ρούμπι δεν δεχόταν επισκέπτες και δεν βγήκε από το σπίτι της. Η Γιαγιά Ρόουζ τηλεφώνησε στην Ρούμπι για να την παρηγορήσει και να της υπενθυμίσει γλυκά ότι εξακολουθούσε να χρειάζεται λίγο φαγητό. Παρόλο που η Ρούμπι δεν άντεχε να πάει για ψώνια, ήξερε ότι η Γιαγιά Ρόουζ δεν ήταν ανεξάρτητη. Η Ρούμπι ήξερε επίσης ότι οποιοσδήποτε αντιπερισπασμός θα ήταν καλός κι έτσι, παρόλο που ήταν πολύ θλιμμένη, πήγε στο κοντινότερο μαγαζί, μόλις ένα δρόμο παραπέρα. Ήταν το ίδιο μαγαζί όπου πήγαινε για ψώνια η Κοκκινούλα. Ήταν ένα μικρό μαγαζί, αλλά είχε όλα όσα χρειάζονταν.

Η Ρούμπι έφτασε, αλλά το μαγαζί ήταν κλειστό. Ένας περαστικός την είδε να κοιτάζει από τη βιτρίνα μέσα στο σκοτεινό, κλειδωμένο μαγαζί και της είπε: «Έκλεισαν χθες, αφού τους τελείωσαν οι προμήθειες. Όλα τα γύρω μαγαζιά έχουν το ίδιο πρόβλημα. Θα πρέπει να πάτε στη διπλανή πόλη».

«Τι πράγμα; Γιατί;»

«Κανείς δεν ξέρει. Ποτέ δεν θα περίμενα έλλειψη φαγητού εδώ».

Ch_4_Box_2.png

Η Ρούμπι έφτασε τελικά σε ένα μαγαζί, αφού είχε πάρει ένα τρένο και δύο λεωφορεία. Αυτό το κατάστημα είχε μεγαλύτερη ποικιλία από αυτή που είχε συνηθίσει κι έτσι περνούσε περισσότερο χρόνο απ’ όσο ήθελε στους διαδρόμους, διαβάζοντας τις διάφορες ετικέτες και συγκρίνοντας τιμές. Πάνω πάνω στη λίστα με τα ψώνια της Γιαγιάς Ρόουζ ήταν μια ντουζίνα αυγά. Γιατί υπάρχουν τόσα είδη αυγών ενώ όλα μοιάζουν ίδια; αναρωτήθηκε η Ρούμπι. Υπήρχαν Φρέσκα Αυγά Φάρμας, Ελευθέρας Βοσκής και Βιολογικά, και το καθένα υποτίθεται πως ήταν η πιο υγιεινή επιλογή. Είδε ακόμα και αυγά για χορτοφάγους, που δεν έμοιαζαν καθόλου με αυγά, αλλά περισσότερο με ένα τσαμπί μπανάνες. Διάλεξε τα βιολογικά αυγά μέχρι που πρόσεξε την τιμή, και τότε τα αντικατέστησε με τα αμέσως φτηνότερα αυγά, χωρίς να κοιτάξει καμία ετικέτα. Πίστευε πάντοτε ότι τα πιο ακριβά πράγματα ήταν και καλύτερης ποιότητας, αλλά έβλεπε τώρα ότι μερικές φορές η ακριβότερη τιμή ήταν απλώς υπερβολικό. Η Ρούμπι κοίταξε την τεράστια λίστα με τα ψώνια και αποφάσισε ότι έπρεπε να βιαστεί. Ήξερε πώς έκανε η Γιαγιά όταν πεινούσε.

Περπατώντας προς το σπιτάκι της Γιαγιάς, η Ρούμπι είχε κοντά της τον οικόσιτο Αρουραίο Ήρωα της Κοκκινούλας. Κάθε λίγα βήματα έπρεπε να αφήνει κάτω τις σακούλες και να παίρνει μια ανάσα. Και σε κάθε στάση, ο Αρουραίος Ήρωας άρχιζε να μασουλάει μανιασμένα, παρόλο που δεν είχε φαγητό στο στόμα του. Από μακριά, η Ρούμπι είδε τη Γιαγιά Ρόουζ να στέκεται στην εξώπορτα με δύο φίλους. Η μαμά μου φαίνεται υγιής και λεπτή, σκέφτηκε. Όταν η Ρούμπι έφτασε κοντά στη Γιαγιά Ρόουζ και τους φίλους της, την χαιρέτισε φιλώντας την στο μάγουλο και είπε, «Τι απαλό δέρμα που έχεις, Μαμά».

«Επειδή προστατεύω το δέρμα μου από τον ήλιο, γλυκιά μου».

Η Ρούμπι είπε, «Και τι ωραία που στέκεσαι».

«Επειδή κάνω γιόγκα κάθε μέρα».

Η Ρούμπι είχε μπερδευτεί πολύ, γιατί αυτή δεν ήταν η μητέρα που γνώριζε. Η Ρούμπι είπε τότε, «Φαίνεσαι τόσο δυνατή, μητέρα».

«Επειδή τρώω τόσο καλά».

«Δεν είσαι η μητέρα μου, έτσι δεν είναι;»

Η Ρουμπίνη κούνησε το κεφάλι, «Δεν έχουμε γνωριστεί. Είμαι η γιαγιά σου και από δω είναι οι φίλοι μου, η Βασίλισσα Μπαμπού και ο Κουέλιν».

Όταν μπήκαν στο σπιτάκι της Γιαγιάς, η Ρουμπίνη εξήγησε τον λόγο του ταξιδιού τους και όλα όσα είχαν περάσει ως τώρα. «Νιώθουμε ηττημένοι και αμφιβάλλουμε για τις προσπάθειές μας.  Πιστεύαμε πως η ζωή θα ήταν όπως ακριβώς την αφήσαμε. Η πρώτη μας στάση, όχι πολύ μακριά από δω, ήταν η Γουρουνούπολη…»

Η Ρούμπι ένευσε, «Ναι, τα ξέρω τα Τρία Γουρουνάκια».

Η Ρουμπίνη συνέχισε, «Σχεδιάσαμε να σώσουμε τα γουρουνάκια από τον λύκο, αλλά ο λύκος πήρε τελικά τους φίλους μας, τα Τρία Γέρικα Γουρουνάκια». Η Ρούμπι έμεινε ακίνητη. Το σώμα της έμοιαζε να μην παίρνει αέρα.

Η Ρουμπίνη ανέφερε πως η επόμενη στάση τους ήταν στη ζούγκλα, από όπου είναι ο Προβοσκίδας. «Τώρα καταλαβαίνεις γιατί είμαστε στο Κόκκινο Δάσος. Ο λύκος πάντα έτρωγε αδύναμες και άρρωστες γιαγιάδες. Ήρθαμε λοιπόν για να φροντίσουμε να είναι η Γιαγιά δυνατή και υγιής ώστε να μην τη φάει».

Η Ρούμπι γέλασε. «Ο λύκος; Δεν είχαμε προβλήματα με τους λύκους εδώ και δεκαετίες, σίγουρα όχι από τότε που έβαλαν τις νάρκες».

Η Ρουμπίνη ανασήκωσε το φρύδι, «Νάρκες;»

«Ναι, τις έβαλαν για να διώξουν τους λύκους», είπε η Ρούμπι.

Ο Κουέλιν την ρώτησε: «Πού είναι η Κοκκινούλα;»

Η Ρούμπι χαμήλωσε το κεφάλι και τους ώμους της. Τα χέρια της ακουμπούσαν άψυχα στην ποδιά της. «Η Κοκκινούλα έχει εξαφανιστεί».

Και τότε… ΤΑΠ ΤΑΠ ΤΑΠ στην εξώπορτα. Κρύφτηκαν όλοι πίσω από την πόρτα, οπλισμένοι με συσκευές της κουζίνας και το μπαστούνι της Γιαγιάς. Η πόρτα άνοιξε αργά, τρίζοντας, και η Ρούμπι, που βρισκόταν πιο κοντά στην πόρτα, είδε δύο μικρές οπλές να μπαίνουν μέσα.

«Με συγχωρείτε για την ενόχληση. Είμαι το Γουρουνάκι των Δέντρων και ζω εδώ κοντά. Αναρωτιόμουν, μήπως έχετε δει κάτι μέλισσες;» Κούνησε το άδειο δοχείο του.

«Γουρουνάκι των Δέντρων! Γιατί κυκλοφορείς μέσα στο δάσος μοναχό σου;» ρώτησε η Ρούμπι.

Οι υπόλοιποι συνειδητοποίησαν ότι ακόμα κρατούσαν την ανάσα τους και ξεφύσηξαν δυνατά.

Το Γουρουνάκι των Δέντρων μπήκε μέσα και περίμενε υπομονετικά, εφόσον η Ρούμπι το συμβούλεψε να μην επιστρέψει μόνο του. Η Ρούμπι άρχισε να τηγανίζει πατάτες και στη συνέχεια έριξε στο λάδι και τα κομμάτια του ψαριού. Το λίπος άρχισε να πετάγεται παντού. Η Γιαγιά Ρόουζ πίστευε πως ένα γεύμα δεν ήταν ποτέ ολοκληρωμένο χωρίς σάλτσα από πάνω, όποιο κι αν ήταν το φαγητό. Η Ρουμπίνη, που παρακολουθούσε την Ρούμπι να ετοιμάζει το λιπαρό φαγητό, σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να τη βοηθήσει να μάθει κάποια πράγματα σχετικά με το υγιεινό μαγείρεμα. Σκέφτηκε επίσης ότι η Ρούμπι έπρεπε να διανύσει μεγάλη απόσταση για να βρει φαγητό, κι έτσι η Ρουμπίνη ήξερε ότι θα ήταν καλή ιδέα να ξεκινήσουν έναν κήπο λαχανικών που θα της επέτρεπε να είναι αυτάρκης, έξω από την πόρτα της Γιαγιάς Ρόουζ.

Η Βασίλισσα Μπαμπού στεκόταν δίπλα στον ώμο του Κουέλιν, μισοκλείνοντας τα μάτια της για να δει καλύτερα τον χάρτη που κρατούσε μπροστά του. Η επόμενη στάση τους ήταν η πατρίδα της Βασίλισσας Μπαμπού. Σηκώθηκαν για να φύγουν αλλά η Ρουμπίνη είπε: «Θα μείνω για να βοηθήσω τη Ρούμπι να φροντίσει τη Γιαγιά Ρόουζ. Θα σας συναντήσω αργότερα».

«Ξέρεις πού θα μας βρεις» είπε ο Κουέλιν, κουνώντας τον χάρτη στον αέρα. Κοίταξε τη Βασίλισσα  Μπαμπού και είπε, «Από μια ομάδα οκτώ ατόμων, έχουμε μείνει εγώ κι εσύ». Χαμογέλασε και τύλιξε το κόκκινο πόντσο του σφιχτά γύρω από το πρόσωπό του, προτού βγουν με την Βασίλισσα του Μπαμπού έξω στο κρύο, αφήνοντας τους υπόλοιπους στο ζεστό σπιτάκι της Γιαγιάς Ρόουζ.

Το Γουρουνάκι των Δέντρων περίμενε ακόμη υπομονετικά να τελειώσει η Γιαγιά το φαγητό της, ώστε να τον συνοδέψει κάποιος στο σπίτι. Ήλπιζε ότι κάτι θα περίσσευε και γι’ αυτόν, αλλά η Γιαγιά δεν άφησε τίποτα στο πιάτο της. Μάλιστα, η μοναδική ένδειξη ότι είχε φάει ήταν ένα στρώμα λίπους γύρω από το στόμα της, που έφτανε για να τηγανίσει κανείς άλλη μια μερίδα πατάτες.

Τότε, το Γουρουνάκι των Δέντρων άκουσε τα δύο άλλα γουρουνάκια να τρέχουν προς το σπιτάκι της Γιαγιάς φωνάζοντας κάτι σε όσους ήταν μέσα. Το Γουρουνάκι των Δέντρων άνοιξε την πόρτα και είδε το Γουρουνάκι Τυφλοπόντικας και το Γουρουνάκι του Νερού να τρέχουν μέσα στο δάσος ανεμίζοντας ένα κομμάτι χαρτί.

Τα δύο γουρουνάκια έφτασαν λαχανιασμένα και διπλώθηκαν στα δύο, ακουμπώντας τα χέρια τους στα γόνατα. Φυσούσαν και ξεφυσούσαν. Το Γουρουνάκι Τυφλοπόντικας, που κρατούσε την αφίσα για την εξαφάνιση της Κοκκινούλας, την έδειξε και είπε, «Μόλις είδαμε την Κοκκινούλα! Βρίσκεται στην άλλη πλευρά του δάσους». Η Ρούμπι πήρε το παλτό της.

«Περίμενε», είπε η Ρουμπίνη. «Μην ξεχάσεις να πάρεις μαζί σου τον Αρουραίο Ήρωα».

«Δεν θα έρθεις εσύ;»

«Θα φροντίσω τη Γιαγιά. Έχω να κάνω και λίγη κηπουρική εδώ πέρα. Πήγαινε με τα γουρουνάκια».

Η Ρούμπι ένιωθε μεγάλη ευγνωμοσύνη που βρισκόταν εκεί η Ρουμπίνη για να βοηθήσει, παρόλο που δεν καταλάβαινε τι ακριβώς εννοούσε με την «κηπουρική». Δεν προλάβαινε να ρωτήσει και βγήκε βιαστικά από την εξώπορτα. Η Ρούμπι, τα Τρία Γουρουνάκια και ο Αρουραίος Ήρωας βγήκαν τρέχοντας, κοπανώντας πίσω τους την πόρτα.

ΜΠΑΝΓΚ!

 Δεν ήταν ο θόρυβος της πόρτας που τους τρόμαξε όλους. Ήταν μία έκρηξη απ’ έξω που έκανε τα δέντρα να ταρακνουνηθούν.